Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Συνέχεια Νο 12

Ούτε για δευτερόλεπτο έμεινε άδειο το σπίτι της Λέγκως. Όλο το χωριό περνούσε καθημερινά από κει, κρατώντας πάντα κάτι για κείνη. Πότε φαγητό, πότε γάλα, πότε καφέ. Οι δυο φίλες της ανάλαβαν την περιποίηση των ανθρώπων που μπαινοβγαίνανε . Οι καφέδες μπόλικοι. Οι δουλειές του σπιτιού άρχιζαν και τέλειωναν απ’ τις γυναίκες. Οι άντρες καθάριζαν το μαντρί και περιποιούνταν τα ζώα. Ανάλαβαν ακόμα και τη σπορά των χωραφιών. Οι γυναίκες μόλις τέλειωναν με τις δουλειές του σπιτιού, έπαιρναν τα εργόχειρά τους και κάθονταν μέσα, κοντά στη Λέγκω να της κάνουν παρέα. Οι άντρες κάθονταν στα χόρτα της αυλής και κάθε τόσο έβγαζαν τις ταμπακέρες τους και έστριβαν τσιγάρο, το έβρεχαν με την γλώσσα τους και το έβαζαν στο στόμα. Σαράντα μέρες κράτησε όλος αυτός ο σαματάς στο σπίτι της Λέγκως. Η ίδια δεν ήταν εκεί, δεν ήταν στο σπίτι όπου το γέμιζαν καθημερινά τόσοι άνθρωποι. Το άδειο της σχήμα ήταν μόνο εκεί. Έτρωγε το φαγητό που της ετοιμάζανε δίχως να νιώθει τη γεύση του, ξάπλωνε στο κρεβάτι να κοιμηθεί χωρίς να αισθάνεται αν το στρώμα του είναι μαλακό ή σκληρό. Η Λέγκω απουσίαζε απ’ το δωμάτιο, απ’ το σπίτι, το γεμάτο ανθρώπους. Ύστερα απ’ το σαραντάμερο άρχισαν να αραιώνουν τις επισκέψεις οι χωριανοί, ώσπου έμειναν μόνο οι δυο φίλες της. Η Αναστασία και η Σπυριδούλα. Φοβόντουσαν να την αφήσουν τελείως μόνη, άνοιγαν διάφορες συζητήσεις με την ελπίδα να την κάνουν να ενδιαφερθεί για κάτι. Άδικος κόπος. Η Λέγκω έμενε αμέτοχη κι αδιάφορη σ’ όλες τις προσπάθειές τους. Λέξη δεν έβγαλε απ’ το στόμα της απ’ την μέρα της κηδείας. Το βλέμμα της έμενε ακίνητο για ώρες κάτω στο πάτωμα κι οι φίλες της έβλεπαν μόνο τη μύτη της να ξεπροβάλει κάτω απ’ το σφιχτοδεμένο μαύρο τσεμπέρι. Τίποτα δεν την άγγιζε. Εκείνο το θεόρατο κορμί της μάζεψε, μίκραινε κι έγινε ένα στοιβαγμένο κρέας σκεπασμένο με μαύρο ρούχο. Τα δυνατά της χέρια ξεχώριζαν μέσα από τα μανίκια της μάλλινης ζακέτας της, αδύνατα και εύθραυστα, να τινάζονται αδύναμα. Ολόκληρο το κορμί της τιναζόταν μπρος πίσω. Μια άβυσσος χρόνου τη χώριζε απ’ το όλο ζωντάνια πλάσμα που ήταν πριν το θάνατο του γιου της. Το μόνο διάλειμμα απ’ την ακινησία του κορμιού της, ήταν το περπάτημα στον κήπο, να ψάχνει χνάρια απ’ τις πατημασιές του Τάσου, που ίσως την προηγουμένη της είχαν ξεφύγει .
Ώσπου μια μέρα μες τα μουρμουρητά των δυο φιλενάδων της που μιλούσαν στην κουζίνα, άκουσε το όνομα της Πηνελόπης. Ασυναίσθητα τέντωσε την προσοχή της. «Πήγαινε στη βρύση σου λέω,»είπε η Αναστασία. «Α! την πρόστυχη, πως δεν ντράπηκε να βγει στον κόσμο;»απάντησε η άλλη. Τότε ήταν που σηκώθηκε απ’ το ντιβάνι και πήγε στην πόρτα της κουζίνας. Οι γυναίκες την κοίταξαν ξαφνιασμένες. «Τι είναι Λέγκω;»μίλησε η μία. «Ποιος πήγε στη βρύση;»ρώτησε και οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Αυτή η βρώμα», απάντησε η Αναστασία. «Πότε;» ξαναρώτησε η Λέγκω και η φωνή της ξαφνικά ακούστηκε δυνατή όπως πρώτα. «Πριν από λίγο», είπε η γυναίκα, κι εκείνη είχε βγει κιόλας απ’ την πόρτα. «Λέγκω», φώναξε η Αναστασία από πίσω της, μα αυτή δεν άκουγε τίποτα άλλο απ’ το, «πριν από λίγο». Την έβλεπαν να περπατάει μπροστά τους στητή με αποφασιστικό βήμα και θυμήθηκαν την παλιά Λέγκω με το αλογίσιο περπάτημα. Οι φίλες της φοβισμένες την ακολούθησαν, μα καμιά τους δεν μπορούσε να τη προφτάσει, έτσι, καθώς πηδούσε τα λιθάρια και τα χαντάκια του δρόμου. Όσους συναντούσαν στο δρόμο τις ακολουθούσαν, βέβαιοι πως κάτι κακό θα συνέβαινε στο τέλος αυτού του δρόμου. Από μακριά είδαν την Πηνελόπη να γεμίζει τις στάμνες της. Την είδε πρώτη η Λέγκω. Στάθηκε και την κοίταξε για λίγο, όσο για να πάρει μια ανάσα. Έφτασε κοντά της και κείνη γύρισε τρομαγμένη και την κοίταξε. Τα ρουθούνια της ανοιγόκλεισαν ανεπαίσθητα. Η έκφρασή της, έκφραση κυνηγημένου ζώου που το παγιδεύσανε. Παράτησε τη στάμνα και στάθηκε αντίκρυ της, δαρμένη απ’ τον φόβο που κυρίευσε το ανατριχιασμένο της κορμί. Τα δυο πρόσωπα αντίκρυ το ένα απ’ το άλλο. Το ένα φοβισμένο, πανικόβλητο, το άλλο αλλοιωμένο από ένα μορφασμό μιας άφωνης κραυγής που δεν την ακούς, αλλά την βλέπεις.
Η Λέγκω, αντιλήφθηκε το φόβο μέσα στα μάτια της άλλης, αλλά πίσω από το φόβο πρόσεξε και μια ψυχρή κι σχεδόν απρόσωπη κακία, κάτι σαν παλιά παρουσία μέσα τους και απόρησε πως τόσα χρόνια δεν την είχε παρατηρήσει. Τα μάτια της μίκρυναν, έγιναν μία σχισμή. Απότομα έσκυψε και πήρε μια πέτρα και την εκσφενδόνισε κατευθείαν στο κεφάλι της, έπειτα, και πριν συνέρθει η άλλη έσκυψε και πήρε αυτή φορά και με τα δυο της χέρια ότι πέτρες βρέθηκαν μπροστά της και τις έριξε κι αυτές κατευθείαν στο κεφάλι της. Η Πηνελόπη, στην προσπάθεια να γλιτώσει απ’ την μανία της, γλίστρησε πάνω στα χυμένα νερά, σκόνταψε κι έπεσε το μισό κορμί της στη μαγάρα του στάσιμου από χρόνια νερού, μέσα στην τεράστια γούρνα που είχε κάτω η βρύση. Τίποτα όμως δεν σταματούσε τη Λέγκω. Οι πέτρες έπεφταν βροχή πάνω στο κεφάλι της Πηνελόπης, χωρίς να της δώσει την ευκαιρία να τραβηχτεί απ’ την γούρνα. Το νερό κοκκίνισε απ’ το αίμα μα αυτό δεν σταμάτησε την οργή της Λέγκως. Το κεφάλι της Πηνελόπης άνοιξε και τα αίματα γέμιζαν τα μάτια της στην προσπάθειά της να το κρατήσει πάνω απ’ το νερό. Προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου για να ισορροπήσει το κορμί της που γλιστρούσε στα γλοιώδη τοιχώματα της γούρνας. «Φόνισσα, σταμάτα» φώναζε πανικόβλητη, πιασμένη στα δίκτυα της αγωνίας, καταπίνοντας νερό και αίμα μαζί. «Δεν το κάναμε εμείς. Δεν φταίμε εμείς, οι Γερμανοί….» Η φωνή της πνίγηκε, πανικοβλήθηκε για τα καλά. Η φριχτή υποψία πως εκείνα τα λόγια θα ήταν τα τελευταία της, πέρασε από το μυαλό της σαν αστραπή. Ξαφνικά, με την άκρη του ματιού της, είδε τους συγχωριανούς τους, που έστεκαν παραπέρα και τις παρακολουθούσαν κι ένιωσε την ελπίδα να φουντώνει μέσα της. «Βοήθεια!» φώναξε, μα ούτε εκείνη, τη μοναδική στιγμή τρόμου της, οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην ακτίνα της φωνής της, λες και είχαν πεθάνει, δεν την άκουγαν. Η ελπίδα πήδησε από μέσα της τρομαγμένη. «Είμαι χαμένη,» σκέφτηκε και ένιωσε τα χέρια της Λέγκως να της πιέζουν το κεφάλι. Το τεράστιο πόδι της δρασκέλισε το κορμί της, που τώρα το έσφιγγε ανάμεσα στα σκέλια της. Η Λέγκω έβλεπε το νευρώδη σώμα της να χτυπιέται ανάμεσα στα πόδια της, το πρόσωπό της να μορφάζει αγριεμένο, πανικόβλητο, η φωνή της ένα διαπεραστικό κρώξιμο και το αίμα να τρέχει ανεμπόδιστο όπου το άλικο σχημάτιζε σχέδια σαν τις νευρώσεις του μαρμάρου πάνω στο καφετί, θολό νερό της γούρνας. Χτυπιόταν πάνω στα γλινερά τοιχώματα της γούρνας, μα τα χέρια της Λέγκως πατούσαν το κεφάλι της, κρατώντας το κάτω απ’ το νερό και χαλάρωσαν μόνο όταν το κορμί ημέρεψε και σταμάτησε να χτυπιέται ανάμεσα στα πόδια της. Ξεκόλλησε από πάνω της όταν η τελευταία φυσαλίδα από την αναπνοή της ανέβηκε στην βρωμερή επιφάνεια. Κοίταξε για μια στιγμή το αίμα που έτρεχε απ’ το χτυπημένο κεφάλι της Πηνελόπης και διαλύονταν στο νερό και γίνονταν ροζ. Ύστερα έλυσε την μαντίλα της που είχε πέσει στο λαιμό της, την ξανάδεσε στο κεφάλι της, αφήνοντας τη μικρή σχισμή κοντά στη μύτη και ξεκίνησε για το σπίτι. Το κορμί της θαρρείς και ξαναπήρε την παλιά του μορφή, έγινε τεράστιο.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2008

Πηνελόπη-Σπυρος Συνέχεια Νο 11

ΠΗΝΕΛΟΠΗ - ΣΠΥΡΟΣ




Ο Σπυρέτος καθόταν πάνω στο κρεβάτι του. Η λάμπα έφεγγε το δωμάτιο. Η μάνα του ήταν ξαπλωμένη στο απέναντι κρεβάτι. Τα μαλλιά της λυτά, τα μάτια της δυο μαύρες τρύπες, το στόμα της πανιασμένο και κάτασπρο σαν το σεντόνι. Κανένας δεν μιλούσε. Κι δυο βυθισμένοι στις σκέψεις και στους φόβους τους, αφουγκράζονταν τη νύχτα. Εκείνος αλλόφρων κοίταζε το κλειστό παράθυρο ενώ σκηνές αποσπασματικές στριφογύριζαν χαοτικά στο μυαλό του. Το πρόσωπο της Νίκης κυριαρχούσε μέσα του.
. Στηρίχτηκε στο κεφαλάρι του κρεβατιού προσπαθώντας να καθησυχάσει τον ταραγμένο του νου και το θυμό του που έμενε από τότε κουλουριασμένος μέσα του. «Τι σκέφτεσαι;» άκουσε την φωνή της μάνας του. «Εκείνη φταίει», είπε και ξαφνικά ακούστηκε η πρώτη πέτρα στο παράθυρο. Τα τζάμια που έσπασαν έκαναν ένα ανατριχιαστικό θόρυβο πέφτοντας πάνω στο δάπεδο του δωματίου. Μάνα και γιος τινάχτηκαν τρομαγμένοι. Μετά ακούστηκε το σπάσιμο των τζαμιών στο δεύτερο παράθυρο κι η πέτρα πέρασε από πάνω τους και προσγειώθηκε στο κρεβάτι. Τινάχτηκαν κι οι δυο και έπεσαν κάτω, ο ένας απ’ την μία μεριά του κρεβατιού κι η άλλη απ’ την άλλη. Οι πέτρες έμπαιναν πια ελεύθερα στο δωμάτιο απ’ τα ανοίγματα των παραθύρων μεγαλώνοντας, σε κάθε εμφάνισή τους, τις τρύπες, που μες το σκοτάδι έμοιαζαν με ανοιχτά στόματα. «Φοβάμαι, μάνα» ψιθύρισε. Η φωνή του χάθηκε κάπου πίσω απ’ τα πανικόβλητα μάτια του. Η μάνα του πετάχτηκε απ’ το χωμάτινο δάπεδο.«Μην είσαι βλάκας»,του ψιθύρισε απότομα,«κανείς δεν σε είδε». Εκείνος την κοίταζε τρομαγμένος. «Αν δεν με είδαν γιατί μας ρίχνουν πέτρες;» Ένας τρελός φόβος τρύπωσε μέσα του.«Πρέπει να βεβαιωθώ»,σκέφτηκε και σηκώθηκε.«Που πας;»φώναξε η Πηνελόπη και έφραξε την πόρτα με το σώμα της.«Θέλω να δω τι γίνεται»,της απάντησε και εκείνη τον έσπρωξε απ’ την πόρτα. «Κάτσε στ’ αυγά σου. Όπου να ‘ναι θα έρθουν οι Γερμανοί». Για μια στιγμή, ένιωσε σιγουριά με τη σκέψη του Χάιντριχ, όρμισε στην πόρτα και την άνοιξε έτοιμος να φοβερίσει τους συγχωριανούς του με την παρουσία των Γερμανών. Η Πηνελόπη δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Οι άνδρες, κρατώντας στα χέρια τους ξύλα και πέτρες πήγαν καταπάνω του. Πανικοβλήθηκε βλέποντας το μίσος στα πρόσωπά τους. «Με είδαν;»σκέφτηκε κι ο τρελός φόβος που τον κυρίεψε πάλι τον ανάγκασε να κρυφτεί πίσω απ’ την Πηνελόπη.«Πρέπει να φύγω»,της ψιθύρισε. «Πίσω όλοι! Δεν το έκανα εγώ. Του το ‘λεγα θα φάει το κεφάλι του!», ούρλιασε προς τους άνδρες που φτάσανε στο κατωθύρι τους, ενώ πισωπατούσε ολοένα, κρατώντας τη μάνα του μπροστά του. Ξαφνικά άρπαξε μια καρέκλα και τη σήκωσε απειλητικά μπροστά τους. «Μην τολμήσει κανείς να κουνηθεί», φώναξε με τα μάτια του στυλωμένα αδιάκοπα σε πρόσωπα που έμοιαζαν με μάσκες. Ξαφνικά, κι ενώ δεν το περίμενε κανείς, πέταξε την καρέκλα κατά πάνω τους και χίμηξε έξω στο φορτωμένο κραυγές και κατάρες φεγγαρόφωτο. Οι φωνές, οι κατάρες και τα τρεχαλητά πίσω του τον ακολουθούσαν μέχρι την κοινότητα, όπου μπήκε μέσα πανικόβλητος. Ένιωσε την αυτοπεποίθησή του να επιστρέφει. Ποιος θα τολμούσε να τον πειράξει όσο υπήρχαν οι Γερμανοί; «Γλίτωσα μα αύριο κιόλας πρέπει να φύγω», σκέφτηκε.
Πράγματι, πριν ξημερώσει η μέρα της κηδείας του Τάσου, ο Σπυρέτος το έσκασε απ’ το χωριό φορτωμένος μ’ ένα μικρό μπογαλάκι τα πράγματα του. «Μόλις ησυχάσουν τα πράγματα θα σου μηνύσω να έρθεις,»του είπε η μάνα του.
Την άλλη μέρα έγινε η κηδεία του Τάσου. Τέσσερα παλικάρια σήκωσαν το φέρετρο στους ώμους τους. Αγριεμένοι όλοι οι κάτοικοι του χωριού τον συνόδεψαν στον τάφο. Μοιρολόγια και κατάρες γέμισε ο αέρας του χωριού. Η Λέγκω έσερνε το τεράστιο κορμί της πίσω απ’ το φέρετρο. Δυο γυναίκες απ’ τ’ αριστερά και απ’ τα δεξιά την συγκρατούσαν να μην πέσει. Μια μαύρη μαντίλα σκέπαζε όλο της το πρόσωπο, αφήνοντας μια σχισμή ανοιχτή κοντά στα μάτια. Κάθε τόσο τα σήκωνε και κοίταζε μπροστά της το φέρετρο που κουβαλούσε το γιο της.«Δεν είναι ο Τάσος μου»,σπάραζε μέσα της, μα η άγρια φωνή που έβγαινε ορμητική απ’ τα σπλάχνα της και ανατρίχιαζε τους γύρο της, την βεβαίωνε για το αντίθετο. Και γέμιζε πάλι απ’ τα μοιρολόγια της ο αέρας, «τζιέρι’μ, τζιέρι’μ, (ψυχή μου, ψυχή μου),»και θαρρούσες πως καλούσε την ίδια της την ψυχή που είχε ξεκολλήσει από μέσα της και χώθηκε μέσα στο φέρετρο. Η εκκλησία του χωριού που συγκέντρωνε ελάχιστους πιστούς στις λειτουργίες, κείνη την μέρα φάνηκε πολύ μικρή για να χωρέσει τους φίλους του Τάσου. Οι μισοί περίμεναν απ’ έξω και στο τέλος μπήκαν να δώσουν το τελευταίο φιλί στο γιο της.
Οι μέρες περνούσαν κι η Λέγκω έμενε κλεισμένη στο σπίτι της. Σπαραγμός και μίσος πάλευαν μέσα της. Πότε κυριαρχούσε το ένα, πότε το άλλο. Μέσα απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα ένιωθε τα σπίτια, τους δρόμους, τους ανθρώπους να την πνίγουν. Έβγαινε τότε στον κήπο ψάχνοντας τα σημεία που κράταγαν ακόμα το πόδι του, έψαχνε μες τον αέρα το περαστικό σχήμα του, το πρόσωπό του, τον ήχο της φωνής του. Περπατούσε τα στρωμένα με την τσουγκράνα περάσματα του λαχανόκηπου και ανίχνευε την πατημασιά του πλάι-πλάι με τη δική της, άγγιζε τα φύλλα που κράταγαν το αόρατο αποτύπωμα των δακτύλων του κι ύστερα έμπαινε πάλι μέσα στο σπίτι με τα κλειστά παραθυρόφυλλα για να ουρλιάξει.
Άλλαξε κι ο αέρας του χωριού, βάραινε, τα πρόσωπα αγρίεψαν. Το συνηθισμένο γαλάζιο χρώμα του ουρανού, θαρρείς, είχε γίνει πιο βαθύ, πιο σκληρό και το φως που ξεπρόβαλε είχε κάτι το νοσηρό, το αγωνιώδες. Το ένιωθε κι η Πηνελόπη. Είχε μέρες να βγει απ’ το σπίτι της. Απ’ την ημέρα εκείνη που έφυγε ο γιος της έμενε μόνη της. Ο φόβος μέσα της δεν την άφηνε να ξεμυτίσει. Κάποτε όμως έπρεπε να βγει. Ήταν και η βρύση έξω μακριά απ’ το σπίτι, οι στάμνες είχαν αδειάσει, έπρεπε να τις γεμίσει. Μια φορά, από το σπασμένο παράθυρο φώναξε ένα παιδί που έμενε δίπλα της και του ζήτησε να γεμίσει τη μια τη στάμνα, αλλά και κείνο το «μπάσταρδο» της απάντησε να πάει να τη γεμίσει μόνη της. Ποιόν να στείλει. «Σάμπως έχω κανέναν;» σκεφτόταν,«έναν γιο και κείνον θέλουν να μου τον φάνε, κακόχρονο να ‘χουνε». Κι έτσι το πήρε απόφαση, θα πήγαινε στη βρύση.«Άλλωστε πέρασαν πενήντα μέρες, θα ξεθύμανε το πράμα», σκέφτηκε και σήκωσε τις βαριές στάμνες στα χέρια της. Κανένα δεν συνάντησε στο δρόμο μέχρι την πλατεία. Ο φόβος καταλάγιασε μέσα της. Εκεί όμως στο καφενείο και μπροστά στο καμένο κτήριο της κοινότητας, κάποιοι την είδαν. Βλέποντάς τους να έρχονται κατά πάνω της, ένιωσε το φόβο πάλι να της τρυπάει τα στήθια. Τάχυνε το βήμα, εκείνοι όμως πιο γρήγοροι την έφτασαν. Αισθάνθηκε να την φτύνουν, γύρισε απότομα έτοιμη να ρίξει τη στάμνα πάνω τους, μα είδε τρία ζευγάρια άγρια μάτια κολλημένα πάνω της και δεν το τόλμησε. Αποφάσισε να φύγει δίχως να μιλήσει, δεν ήταν καιρός για παλικαριές. Κανείς Γερμανός δε φαινόταν στο δρόμο. Τάχυνε περισσότερο το βήμα της και σχεδόν τρέχοντας έφτασε στη βρύση.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Συνέχεια Νο 10

Έτσι η παρέα μπήκε στην αντίσταση. Οι τρεις μάνες άλλαξαν από εκείνη τη νύχτα. Ο φόβος εισέβαλε στα φυλλοκάρδια τους χωρίς να του δώσουν την άδεια. Κάθε θόρυβος που ακουγόταν τις νύχτες τους κουρέλιαζε τα νεύρα. Το κρυφτούλι των παιδιών τους με το θάνατο άφηνε τα βαθιά του ίχνη μέσα στην ψυχή και στο κορμί τους. Για την Λέγκω ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα γιατί ο Τάσος ήταν ο άνδρας της, ο γιος της, το κορίτσι της, ο φίλος της, η πίστη της στη ζωή, ο λόγος ύπαρξης της. Όλα, τα πάντα. Οι δυο ζαρωματιές πλάι στο στόμα της έγιναν βαθιές σαν κάποιος να τις χάραξε με το μαχαίρι. Το κορμί της το θέριζε μια παγωμένη ανατριχίλα τις νύχτες, που καθόταν στο σκοτάδι της αυλής και αφουγκραζόταν τον κάθε θόρυβο. Ηρεμούσε μόνο όταν ο γιος της εμφανιζόταν μέσα στο σκοτάδι κάποιες νύχτες μπροστά της. Αγκάλιαζε το κορμί της, που ο φόβος θαρρείς το κόνταινε, το μίκραινε. «Είδες;» της ψιθύριζε. «Δεν σου είπα πως ο θάνατος φοβάται να με ζυγώσει;» και της ζητούσε κάτι να φάει και έφευγε πάλι σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα. «Σε παρακαλώ να προσέχεις. Θα πεθάνω αν χάσω κι εσένα,» του ψιθύριζε κάθε φορά εκείνη και μέσα σε εκείνες τις λέξεις στρίμωχνε όλη την αγωνία της για τη ζωή του. «Μη στεναχωριέσαι, μάννα, δεν είμαι μονάχος» της χαμογελούσε, «η νίκη είναι δική μας». Η αγαπημένη του έκφραση.
Ο Τάσος δεν φοβόταν, όπως όλη η παρέα του, που καθώς περνούσαν οι μέρες μεγάλωνε, γιατί σχεδόν, κάθε πρωινό μαθαίνανε και για κάποιο παιδί συνομήλικο τους που ανέβηκε στο βουνό. « Έφυγε κι ο Ηλίας του Χρήστου, η Ζωή και ο Αλέξης», της είπε ένα πρωινό η Αναστασία. Και τα τρία παιδιά ήταν φίλοι των δικών τους παιδιών. Ο ένας τραβούσε τον άλλον. Παιδιά που κατανάλωναν τη ζωή τους εκείνη την εποχή στο κρυφτούλι με το θάνατο. Κονταροχτυπιόνταν με τη μοίρα τους, δίχως να σκεφτούν πως μπορεί να ‘ναι η τελευταία μάχη της ζωής τους. Τα νέα του Τάσου έφταναν στο χωριό απ’ τους συντρόφους του που κατέβαιναν, όπως και εκείνος τις νύχτες κρυφά στα σπίτια τους. Τα νέα αυτά τα μοιράζονταν όλο το χωριό, που εκείνη την εποχή ήταν σαν μια γροθιά ενωμένοι. Μέσα σ’ αυτήν την γροθιά δεν χωρούσαν μόνο δυο άνθρωποι. Η Πηνελόπη και ο Σπυράκος. Ήταν οι μόνοι που μπαινοβγαίνανε στην κοινότητα, που την είχαν επιτάξει οι Γερμανοί . Στο σπίτι τους έμενε και ένας αξιωματικός των Ες Ες, ο Χάιντριχ, που μιλούσε Ελληνικά. Η Πηνελόπη τον έπλενε, του σιδέρωνε τα ρούχα, του μαγείρευε και γενικά έκανε ότι περνούσε απ’ το χέρι της για να τον ευχαριστήσει. «Από τέτοιους ανθρώπους μόνο κέρδος έχεις», έλεγε στην Μαρία, την γυναίκα του Γεράσιμου που συνόρευαν οι αυλές τους, όταν εκείνη τη ρωτούσε τι δουλειά έχει ο Σπυράκος με τον Γερμανό. Τους βλέπανε καθημερινά να τριγυρνούνε στο χωριό μαζί. Κάθονταν μαζί στον κήπο τους και του μάθαινε τάβλι. «Είναι πολύ έξυπνος,» έλεγε με περηφάνια στο καφενείο όταν έπιναν μαζί και οι χωρικοί έκαναν προσπάθεια να μην δείξουν την αντιπάθειά τους. «Σε λίγες μέρες έμαθε τάβλι». Τότε ήταν που μετατράπηκε η αδιαφορία των χωριανών του, που χρόνια ένιωθαν για μάνα και γιο, σε φόβο και μίσος.
Τα νέα για τα κατορθώματα του Τάσου και της παρέας του έφταναν και στα δικά τους αυτιά και βέβαια τα μετέφεραν και στον καινούριο φίλο τους, γιατί ο αξιωματικός έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για τον Τάσο και για κάθε παλικάρι που εξαφανιζόταν μέσα σε μια νύχτα. Ένιωθαν υποχρεωμένοι λοιπόν να τον βοηθήσουν γιατί κι εκείνος τους βοηθούσε. Τίποτα δεν τους έλειψε απ’ τη στιγμή που ο Γερμανός μπήκε στο σπίτι τους. Ένα πράγμα ήξερε ο Σπυράκος, αν δεν τους πείραζες, δεν σε πείραζαν. Καθόλου δεν καταλάβαινε αυτούς που έπαιρναν τα βουνά. «Ηλίθιους», τους χαρακτήριζε. Για εκείνον οι Γερμανοί σαν κύριοι μπήκαν στην Ελλάδα χωρίς να πειράξουν κανέναν. «Και αν κάποιοι σκοτώθηκαν το ζητούσε ο οργανισμός τους. Σε ποιον κάνεις αντίσταση, βρε; Πού πας ξυπόλητος στ’ αγκάθια;» έλεγε όλο θυμό η Πηνελόπη στην Μαρία.«Τι έχουν; Τα τανκς, το στρατό; Τίποτα. Κάτσε λοιπόν στ’ αυγά σου», συμπλήρωνε κι ο Σπυράκος. « Κι ο Τάσος, της Λέγκως. Ποιος τον πείραξε, μου λες; Οι Γερμανοί; Σημασία δεν του δώσανε ποτέ. Σηκώθηκε και πήρε τα βουνά. Παράτησε τη μάνα του μόνη να τα βγάζει πέρα με τα χωράφια. Γιατί βρε ηλίθιε; Εγώ δηλαδή που έμεινα στο χωριό τι είμαι, βλάκας;»
Τα μετέφερε όλα αυτά η Μαρία, στην Σπυριδούλα. «Πες τους να προσέχουν, τους φοβάμαι,» της έλεγε και εκείνη προειδοποιούσε την κουμπάρα της. «Οι άνθρωποι αυτοί είναι χωρίς ψυχή και μπορεί να γίνουν αμείλικτοι όταν νιώσουν ότι χάνουν ή όταν δεν παίρνουν αυτό που χρειάζονται». «Τι μπορεί να χάνουν απ’ τον αγώνα των παιδιών μας;», απορούσε η Λέγκω. « Τα παιδιά μας κάνουν αυτό που εκείνοι ποτέ δεν θα τολμήσουν να κάνουν. Αυτά, βλέπεις, προσπαθούν να υπερασπίσουν τα όνειρα τους κι εκείνοι προσπαθούν να κρυφτούν απ’ τους εφιάλτες τους», ήταν η εξήγηση της Σπυριδούλας.
Οι πληροφορίες που προσπαθούσε ο Σπυράκος να μαζέψει για την παρέα των παιδιών αργούσαν να έρθουν, γιατί οι χωριανοί δεν μιλούσαν μπροστά του. Επειγόταν να δώσει κάτι χειροπιαστό στον φίλο του. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να τους δείξει πως είναι μαζί τους ουσιαστικά. Η εμπιστοσύνη κερδίζεται, δεν χαρίζεται. Βαθειά μέσα του ήξερε πως ο Τάσος ήταν αυτός που ήθελε να παραδώσει στους Γερμανούς. Η σκηνή με το παγωμένο πρόσωπο της Νίκης που τον κάρφωνε, κυριαρχούσε μέσα του.
«Τι είναι αυτά που λες, Σπύρο;» Τί της είχε πει; Ότι την ξεχώριζε απ’ όλες τις κοπέλες του χωριού και θα ήθελε να είναι μαζί. Ο τοίχος που είχε υψώσει ανάμεσά τους εκείνη τη στιγμή, η Νίκη, δε θα μπορούσε να τον σηκώσει μόνη της. Κάτι υπήρχε πίσω απ’ αυτό ή κάποιος, ίσως. Η ματαιοδοξία του και προπάντων η αυτοπεποίθησή του που έφτανε ως το ναρκισσισμό, δεν του άφηναν χώρο να σκεφτεί μία άρνηση από μέρους της. «Δεν σε είδα έτσι ποτέ και ούτε έχω σκοπό να σε δω στο μέλλον», του είπε. Αν του έριχνε χαστούκι θα ένιωθε λιγότερη ντροπή. Είχε συνηθίσει να αυτοθαυμάζεται και έτρεφε μεγάλη εκτίμηση προς τη νοημοσύνη του. Η απροσδόκητη άρνηση της τον χτύπησε σαν κεραυνός. Ήταν σαν ράπισμα, σαν να του ξέσκισε το προστατευτικό περίβλημα της σιγουριάς του. Αυτός την είχε κάνει κιόλας κτήμα του στις σκέψεις του. Εκείνο το βράδυ ήθελε να τη σκοτώσει. Θεώρησε μεγάλη αχαριστία από μέρους της την άρνησή να δει την τύχη που την προσφερόταν και βέβαια, την αδυναμία της να τον δει όπως έβλεπε εκείνος τον εαυτό του. Αυτό συνέβη πριν δύο μήνες. Περίμενε να περάσουν δυο μέρες από εκείνη την κουβέντα μεταξύ τους, να κατακάτσει ο θυμός του, πριν πάει να τη βρει και να λογαριαστεί μαζί της. Μέσα του βασίλευε η ελπίδα ότι κάτι μπορεί να άλλαξε, ίσως μπορεί να το σκέφτηκε ώριμα. Περίμενε πρώτα να καλύψει η νύχτα όλες τις σκιές στο δρόμο και ξεκίνησε για το σπίτι της, που ήταν στην άκρη του χωριού, πρώτο όταν έμπαινες ερχόμενος από το Κιλκίς. Ο αέρας ήταν φορτωμένος υγρασία, κάτι ανάμεσα σε ομίχλη και βροχή. Το φεγγάρι που ανάτελλε ήταν κατά τα τρία τέταρτα γεμάτο, αλλά το έκρυβαν τα σύννεφα. Το κρύο ήταν δαγκωτό, κρύο ψιλό και διαπεραστικό. Κοντοστάθηκε όταν πλησίασε στο σπίτι της. Το αμυδρό φως της λάμπας διακρινόταν από το μπροστινό παράθυρο. Προσπάθησε να ανακαλύψει τη φιγούρα της πίσω απ’ την κουρτίνα. Και ξαφνικά, κι ενώ ετοιμαζόταν να δρασκελίσει το δρόμο για να φτάσει μπροστά στο σπίτι, μια σκιά άνοιξε την μικρή ξύλινη πόρτα του κήπου και μπήκε με μεγάλη προφύλαξη μέσα. Ο Αζόρ έτρεξε κοντά στον εισβολέα, χωρίς να γαυγίσει κουνώντας την ουρά του, που σημαίνει πως ο άγνωστος ήταν οικείο πρόσωπο. Η ανδρική σιλουέτα έσκυψε και τον χάιδεψε προκαλώντας κλαψουρίσματα χαράς και ενθουσιασμού από το σκύλο. Σε λίγο διέσχισε τον κήπο και με τον σκύλο να τον ακολουθεί κουνώντας την ουρά του έφτασε στην πόρτα του σπιτιού, η οποία άνοιξε αμέσως, σαν κάποιος να περίμενε πίσω της και μπήκαν μέσα ο άνδρας και το σκυλί. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Έτρεξε κατά εκεί και κρύφτηκε πίσω απ’ το χοντρό κορμό της δάφνης που ήταν μπροστά στο φωτισμένο παράθυρο. Άκουσε το ξαφνικό γαύγισμα του σκύλου από μέσα. Έμεινε τελείως ακίνητος προσπαθώντας να ελέγξει την ταραγμένη του ανάσα. Μέσα στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα άλλο από τα γρυλίσματα του Αζόρ, που έγιναν μαλακότερα, ώσπου ήσυχος απ’ την ακινησία της νύχτας, ηρέμισε. Σε λίγο είδε τις σκιές τους να περνούν μπροστά απ’ το φωτισμένο παράθυρο και να πάνε προς το κρεβάτι. Κάθισαν στην άκρη του και τότε διέκρινε και αναγνώρισε την ανδρική σιλουέτα. Ήταν ο Τάσος. Οι κόμποι στα χέρια του που έσφιγγαν τον κορμό της δάφνης έγιναν κάτασπροι. Πως βρέθηκε εδώ; αναρωτήθηκε. Είχε τρεις μήνες που ήταν εξαφανισμένος από το χωριό. Και τι γύρευε στο σπίτι της Νίκης; Ξαφνικά πέρασε απ’ το μυαλό του ο Χάιντριχ. Έπρεπε να τον ειδοποιήσει. Οι δυο σκιές μέσα στο σπίτι αγκαλιάστηκαν. Ένιωσε να κλονίζεται σαν να τον χτύπησαν στο πρόσωπο. «Ήρεμα, Σπύρο», μουρμούρισε στον εαυτό του. Κάτι του έλεγε πως αυτή τη νύχτα θα έπιανε λαυράκι. Η βροχή δυνάμωσε κι οι σταγόνες έπεφταν παγωμένες σαν σκάγια στην πλάτη του. Δεν τον ένοιαζε καθόλου. Έστησε αυτί. Μιλούσε η Νίκη κλαίγοντας. Οι λυγμοί της, αν και συγκρατημένοι, έμοιαζαν με κλάμα μικρού παιδιού. «Τι θα κάνουμε, Τάσο;»Τι συμβαίνει; Αναρωτήθηκε. Γιατί κλαίει στην αγκαλιά του; «Όλα θα φτιάξουν, θα δεις,» της έλεγε σκουπίζοντας τα μάτια της με την παλάμη του. «Θα μιλήσω σήμερα κιόλας στη μάνα μου και θα το σκάσουμε οι δυο μας στη Θεσσαλονίκη για να παντρευτούμε. Εκεί κανείς δεν μας ξέρει. Μετά εσύ θα πας να μείνεις με τη μάνα μου κι εγώ θα γυρίσω όταν ηρεμίσουν τα πράγματα. Δίπλα στη μάνα μου δεν θα έχεις τίποτα να φοβηθείς.» «Και το μωρό;» ρώτησε εκείνη. «Όταν με το καλό φτάσει η ώρα θα γεννηθεί στο σπίτι μας». Κοκάλωσε ανίσχυρος καρφωμένος στη γη. Αυτό ήταν! Γι’ αυτό τον απέρριψε.
Τη γλύτωσε τότε γιατί το μυστικό τον έπιασε εξ απίνης. Δεν θα του ξέφευγε την επόμενη φορά.
Κι έτσι άρχισε να παρακολουθεί το σπίτι του Τάσου τις νύχτες.
Η απόφαση, έμαθαν αργότερα, πάρθηκε απ’ την παρέα, με επτά απ’ τα δέκα χέρια υπέρ. Έως τότε δεν ζύγωναν το χωριό τους απ’ το φόβο της αναγνώρισης. Χτυπούσαν στο Κιλκίς ή στη Θεσσαλονίκη, που ήταν μεγάλες πόλεις και τα ίχνη τους κρύβονταν καλά. Αυτή τη φορά αποφάσισαν να χτυπήσουν την κοινότητα του χωριού. Εκεί που είχαν τα γραφεία τους οι Γερμανοί. Τη δουλειά τη μελέτησαν καλά για να μην κάνουν ζημιά στο υπόλοιπο χωριό. Την ανάθεσαν στον Τάσο και στον φίλο του τον Ηλία, γιο του Χρήστου. Και οι δυο ξέρανε το χωριό καλά. Ο ένας θα έμπαινε απ’ τα δυτικά και ο άλλος απ’ το βόρειο μέρος του χωριού. Στις δώδεκα ακριβώς θα έπρεπε να είναι κι οι δυο πίσω απ’ το κτίριο της κοινότητας. Τα δυο παιδιά χώρισαν δίνοντας τα χέρια. «Καλή τύχη, φίλε».
Παρά τέταρτο ο Τάσος βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Το κτίριο της κοινότητας ήταν απέναντι. Ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να δει τη μάνα του. Έτσι για λίγα λεπτά. Προλάβαινε. Δρασκελίζει το πίσω μέρος του φράχτη και σχεδόν, έρποντας ανάμεσα στην πλεγμένη βλάστηση, με σιγανά βήματα μπαίνει στο σπίτι. Φτάνει το κρεβάτι της, αλλά δεν προλαβαίνει να την ξυπνήσει. Εκείνη είναι κιόλας ξυπνητή. Το ένστικτο της την προειδοποίησε για τον ερχομό του. Τον αρπάζει στα χέρια της, «φύγε», του ψιθυρίζει με αγωνία. Η διαίσθηση μέσα της, σαν μακρόσυρτο βουητό την προειδοποιεί να τον προφυλάξει. «Έβλεπα άσχημο όνειρο, φύγε.» Τον σπρώχνει προς την πόρτα. Ο Τάσος γελώντας την αγκαλιάζει. «Στάσου, ρε μάνα, να σε δω λίγο και θα φύγω αμέσως, δεν έχω πολύ χρόνο.» «Φύγε, φύγε», εκείνη φωνάζει και εκείνος σαστισμένος απ’ την αγωνία που διαβάζει στα μάτια της, βγαίνει σαν τον κλέφτη πάλι απ’ την πόρτα και δρασκελίζει τον φράχτη. Η ώρα είναι δώδεκα παρά πέντε. Το κτίριο της κοινότητας ασπρίζει απέναντί του φρεσκοασβεστωμένο. Πρέπει να φύγει. Μα κάτι τον κρατάει κολλημένο στο χώμα. Πρώτη φορά βλέπει τη μάνα του έτσι. Ένα κακό προαίσθημα του σφίγγει το στήθος. Συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις, μέρες τώρα, για να τα οργανώσει όλα κατά τον καλύτερο τρόπο, δίχως να ξεχάσει τίποτα, η καρδιά του όμως χτυπάει τόσο δυνατά και τόσο γρήγορα, που ανασαίνει με δυσκολία. «Α, ρε μάνα, μ’ έκοψες τα πόδια», μουρμουρίζει μέσα στα δόντια του. Σέρνεται στο χώμα και ετοιμάζεται να περάσει απέναντι. Πρώτα βλέπει τη λάμψη κι ύστερα νιώθει τη σφαίρα να του καίει την κοιλιά. Διπλώνεται και προσπαθεί να σηκωθεί για να τρέξει προς τα πίσω, στο φράχτη. Τότε ακριβώς η νύχτα φωτίζει με δεκάδες αστραπές γύρω του. Ένα δεύτερο κάψιμο νιώθει στην πλάτη κι ύστερα στον ώμο. Ακούει την κραυγή της μάνας του που καλύπτει όλους τους ήχους γύρω του. «Παιδί μου», και οι φλόγες απέναντι στην κοινότητα φέρνουν τη μέρα πρόωρα. «Τα κατάφερε ο Ηλίας», σκέφτεται και ένα άλλο κάψιμο του τρυπάει το κεφάλι. Νιώθει τη Λέγκω να πέφτει πάνω του. Ακούει το μούγκρισμα πληγωμένου θεριού που βγαίνει απ’ το λαιμό της. Βλέπει τα τρελά της μάτια, γεμάτα άγριες αποχρώσεις, να κοιτάζουν αλαφιασμένα γύρω της πετώντας σπίθες τρέλας. Αρπάζεται από τα χέρια της. Για μια στιγμή καταφέρνει να σηκωθεί διπλωμένος στα δύο κι αμέσως ξαναπέφτει πάνω στην Λέγκω που ουρλιάζει. Για μια στιγμή σηκώνει τα μάτια του. Η αγωνία, σαν κουρτίνα φλεγόμενη, έχει σκεπάσει τη ματιά του. Στα χείλη του διαγράφονται λέξεις που δεν μπορεί να τις καταλάβει η Λέγκω. Σκύβει πάνω του. «Πες μου», του λέει. Στο πρόσωπό του φαίνονται οι σπασμοί της επιθανάτιας αγωνίας. « Η Νίκη, μάνα, είναι….» Κάτι ακόμα προσπαθεί να ψελλίσει, μα δεν τα καταφέρνει. « Ναι, Τάσο μου, είναι δική μας, η νίκη είναι δική σας, παιδί μου,» ουρλιάζει τα ίδια λόγια του γιου της όταν προσπαθούσε να της δώσει κουράγιο. Τα χέρια του κρατούνε με δύναμη το νυχτικό της, κάτι ακόμα θέλει να της πει και σαλεύει τη γλώσσα του με αγωνία και κόπο, ψελλίζοντας κάτι που δεν μπορεί να φτάσει στ’ αυτιά της. Τα μάτια του κολλάνε στα δικά της για δευτερόλεπτα. Ασάλευτα τα πάντα γύρω τους. Ως κι η σιωπή έχει βουβαθεί. Μόνο για λίγο, κι ύστερα το τσακισμένο κεφάλι του δεν αντέχει, πέφτει στα χέρια της. Ανελέητο φως γύρω τους απ’ τις φλόγες στην κοινότητα, στα μάτια της Λέγκως, αντάριασμα, παραφορά. Κι ύστερα η κραυγή της σπάει τη σιωπή σε χιλιάδες μικρά κομματάκια, γυναίκες και άνδρες εμφανίζονται γύρω τους με πετρωμένα από τη φρίκη πρόσωπα, σαν να ‘ταν κρυμμένοι πίσω από τις πόρτες τους και περίμεναν ένα σινιάλο για να βγουν. Ο σπαραχτικός θρήνος της Λέγκως, τρυπάει τη νύχτα και σουβλίζει τις καρδιές τους. Μια οιμωγή από γυναικεία στόματα γεμίζει τον αέρα. Μια θρηνωδία για τον Τάσο που τίποτα πάνω στο πληγωμένο κορμί του, που το σκεπάζει σχεδόν, το τεράστιο σώμα της μάνας του, δεν θυμίζει το παλικάρι που γνωρίζανε. Η μύτη και τα ζυγωματικά του έχουν γίνει θρύψαλα. Στη θέση του προσώπου του υπάρχει τώρα ένας άμορφος πολτός, που ξέρναει αίμα και βάφει το χώμα του δρόμου κόκκινο. Κάτω από το σώμα του είχε σχηματισθεί μια κόκκινη λίμνη. Οι κρυμμένοι Γερμανοί μπροστά σ’ εκείνες τις δεκάδες κραυγές ανατριχιάζουν. Βλέπουν τις φλόγες που ξεπηδούνε απ’ την κοινότητα και τρέχουν μήπως μπορέσουν να σώσουν κάτι. Το σώμα του Τάσου μεταφέρεται απ’ τους άνδρες στο σπίτι τους. Η λάμπα φέγγει τη σάλα κι οι γυναίκες αναλαμβάνουν το καθάρισμά απ’ τα αίματα και το στόλισμα του για τον κάτω κόσμο ενώ η Λέγκω σπαράζει μισολιπόθυμη στο χωμάτινο δάπεδο. Γαμπρό τον ντύνουν κι αφού τελειώνουν, τη σηκώνουν, τη βάζουν να κάτσει κοντά του και κάθονται και εκείνες γύρω του να τον μοιρολογήσουν. Τρομαχτική νύχτα. Μέσα οι κραυγές της Λέγκως, που κάθε λίγο ξεσηκώνουν το θρήνο και των άλλων γυναικών και έξω απ’ το σπίτι οι άνδρες, κάτω απ’ το αντιφέγγισμα της φλόγας που έτρωγε αχόρταγα τα υπάρχοντα των Γερμανών μέσα και έξω απ’ την κοινότητα, καπνίζουν και ρουφούνε τις μύτες τους σε κάθε ξέσπασμα της Λέγκως. Όταν χαράζει δύο άνδρες πίσω απ’ το σπίτι ετοιμάζουν την κάσα, πριονίζοντας και καρφώνοντας τα ξύλα, που μέσα στο χάραμα σφυροκοπούσαν στ’ αυτιά τους με τα βαριά ζυγισμένα χτυπήματα, που το καθένα τους φαίνονταν να ’ναι το τελευταίο αλλά δεν ήτανε και επαναλαμβάνονταν τεντώνοντας τα κουρασμένα νεύρα τους. Όταν τέλειωσαν ένα λευκό σεντόνι ντύνει το αδούλευτο ξύλο και τοποθετούν το σώμα του μέσα που οι γυναίκες το σκεπάζουν με χρυσάνθεμα. Η Λέγκω παρακολουθεί όλες τις διαδικασίες κλαίγοντας, διορθώνοντας τις ατέλειες. Από το στόμα της βγαίνουν πότε κραυγές, πότε θρήνοι, πότε μοιρολόγια, πότε κουβέντες με αποδέχτη τον γιο της. Η φωνή της βράχνιασε. Τα μάτια της δεν φεύγουν ούτε λεπτό απ’ το άσπρο, στραπατσαρισμένο πρόσωπο του παιδιού της. Βελούδο πορφυρό το φως της λάμπας πέφτει στα κλειστά του βλέφαρα, φως που δεν θ’ αγγίξει τ’ ωραίο πρόσωπο και που δεν θα χαϊδέψει τα μάγουλά του ποτέ πια. Τα χέρια της χαϊδεύουν εκείνο το πρόσωπο και τα στεγνά πανιασμένα χείλια της του μιλούν. «Σήκω γιε μου. Σήκω λουλούδι μου. Σήκω καμάρι μου. Αροθύμεσεσα, πούλιμ’[1] (Σε νοστάλγησα, πουλί μου). Στα έλεγα εγώ η άμοιρη. Θα σε σκοτώσουν, σου έλεγα. Δεν με άκουγες Τάσο μου, δεν με άκουγες την έρμη….» Το στόμα της δεν σταματάει να του μιλά και τα δάχτυλα των χεριών της ακολουθούν το περίγραμμα του τσακισμένου προσώπου του, τα χείλη του, τα δόντια του, τα σταυρωμένα χέρια του. Το μυαλό της προσπαθεί να συγκεντρώσει όλες τις μνήμες, όλες τις εικόνες να τις δέσει σε άλμπουμ μέσα της. Μικρές σταγόνες ιδρώτα γυαλίζουν κάθε τόσο στο πρόσωπό της που ύστερα από λίγο βαραίνουν και κυλούν προς τα κάτω. Η Σπυριδούλα τη σκουπίζει με μια βρεγμένη πετσέτα το πρόσωπο, κάθε φορά που πηγαίνει να λιποθυμήσει ή νιώθει την τρέλα να ξεφεύγει απ’ το κουτί του μυαλού της. Κοιτάει το ακίνητο κορμί του γιου της με την ελπίδα πως δεν είναι πεθαμένο, πως είναι άρρωστο ή κοιμισμένο. Εκείνη όμως η φριχτή ακινησία γεμίζει το μυαλό της απόγνωση.
Ο αέρας έξω στον μικρό κήπο που έζωνε γύρω- γύρω όλο το σπίτι, βάραινε και στο χόρτο απλώθηκε μια λεπτή μεμβράνη υγρασίας. Οι άνδρες, που δεν μπορούνε να κάτσουν καταγής, κάθε τόσο αναστενάζουν, κουβεντιάζουν δυνατά κι άλλοτε πάλι χαμηλώνουν τη φωνή τους και μιλούνε ψιθυριστά. Ακούγοντας κάθε τόσο τα ξεσπάσματα των γυναικών, ρουφούνε τις μύτες τους κι νιώθουν την οργή τους να τους πιέζει. Καθισμένοι ανακούρκουδα στον κήπο καπνίζοντας μέσα στην αυγή που προχώρησε, συζητώντας προσπαθούνε να ξεμπλέξουν το κουβάρι της προδοσίας. Γιατί για προδοσία πρόκειται. Γι’ αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Αρχίζουν να ενώνουν εικόνες, λόγια, βλέμματα, ήχους κι όλα μαζί να αποκτούν νόημα, σκελετό και να εμφανίζεται μπροστά τους μια ιστορία με αρχή και τέλος με πρωταγωνιστή τον Σπυράκο. Η γνώση αυτή τρυπώνει στην ψυχή τους και καίει σαν θυμωμένη φωτιά. Φουντώνει με τις σκέψεις τους. Στην αρχή αρχίζουν να τον βρίζουν και να τον καταριούνται. Η οργή δεν ξεθυμαίνει, φουντώνει μέσα τους, αγριεύει τα πρόσωπα τους. Οι καύτρες των τσιγάρων τους μοιάζουν με μικροσκοπικά κόκκινα μάτια που ανάβουν κι σβήνουν. Ο Χρήστος, φίλος του άνδρα της Λέγκως, κρατάει στο χέρι του ένα μικρό σουγιά και κάθε λίγο κόβει μ’ αυτό ένα κομμάτι ξύλου, από τα δέντρα της αυλής, το καθαρίζει από τη φλούδα του, και μόλις τελειώνει ξανακόβει άλλο κομμάτι και επαναλαμβάνει την ίδια διαδικασία. Έχει μαζέψει δίπλα του ένα μικρό μάτσο καθαρισμένα κομμάτια ξύλου. μοιάζει ολότελα απασχολημένος από εκείνη τη λεπτή δουλειά με τις προσεκτικές κινήσεις του σουγιά στα χέρια του. Αν δεν προσέξει κανείς το λαιμό του που προσπαθεί να συγκρατήσει το καρύδι της οργής που έχει καθίσει στο λαρύγγι του, θα νομίσει πως βρέθηκε εκεί κατά λάθος. Το μόνιμο και ειρωνικό χαμόγελο που κρεμόταν πάντα από τα χείλη του εξαφανίστηκε, μόνο οι άδειες ρυτίδες απ’ αυτό παρέμειναν γύρω στα μάτια και το στόμα του. Μια καινούρια, δυνατή κραυγή της Λέγκως τον κάνει να στρέψει το κεφάλι του προς την πόρτα του σπιτιού. Πάει δισταχτικά προς τα εκεί. Την κοιτάζει απ’ την ορθάνοιχτη πόρτα. Σηκώνει κι εκείνη τα μάτια της τα μάτια της. Η ματιά της εντατική, επείγουσα, που
πυρώνει σαν κάρβουνο το στήθος του. Πιάνει πάλι να ξύνει το κομμάτι του ξύλου που κρατάει στο χέρι.
Την αγαπάει τη Λέγκω. Την αγαπάει από μικρός. Δεν τόλμησε ποτέ να της το πει, πόσο μάλλον να της το δείξει. Είχε κάνει την επιλογή της κι εκείνος την σεβάστηκε. Τη μέρα που η Λέγκω παντρεύτηκε τον Τάσο, μέθυσε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του. Εκείνη τη νύχτα αποχαιρέτισε, στην φαντασία μόνο, αγαπημένη του, και την έθαψε μέσα του βαθειά. Τα χρόνια περνούσαν, παντρεύτηκε εν τω μεταξύ και εκείνος, η Λέγκω χήρεψε κι εκείνος εξακολουθεί να την αγαπάει και να πονάει μέσα του με το δικό της πόνο. Ο Τάσος, ο άνδρας της, ήταν φίλος και πόνεσε κι ο ίδιος για το χαμό του. Η αγάπη του όμως για τη Λέγκω γαντζωμένη σφιχτά μέσα του.
Πρώτος σηκώνεται ο γέρο Στάθης. Ο Τάσος του είχε φτιάξει το φούρνο του. «Σκοθέστεν»[2](Σηκωθείτε), είπε δυνατά κι οι υπόλοιποι σαν να περίμεναν αυτό το σύνθημα σηκώνονται και αποφασιστικά βγαίνουν απ’ την αυλή. Κανείς δεν μιλάει. Το βαρύ κι αποφασιστικό τους βήμα ακούγεται πάνω στο χωμάτινο δρόμο, μπροστά απ’ τις ανταύγειες της φωτιάς που φέγγουν τα βήματά τους κι ύστερα μπροστά στο σπίτι της Πηνελόπης. Βλέπουν φως στο παράθυρο. Πρώτος πάλι ο κυρ Στάθης σκύβει και παίρνει μια πέτρα και την εκσφενδονίζει στο φωτισμένο παράθυρο. Ο κρότος των σπασμένων τσαμιών είναι το σινιάλο και για τους υπόλοιπους. Βροχή πέφτουνε οι πέτρες μέσα στο σπίτι απ’ το κατεστραμμένο παράθυρο. Κάποιος από μέσα σβήνει τη λάμπα. Το σκοτάδι γεμίζει από απειλητικές φωνές γεμάτες οργή. «Έβγωσον οξωκά, χαμαζετζή»[3] «Σπιούνε» «Τομάρ». (Βγες έξω προδότη,σπιούνε,τομάρι).

Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

Συνέχεια Νο 9

Έτσι πρόωρα ο θάνατος πέρασε το κατώφλι του σπιτιού της και η ζωή της φρέναρε μπροστά σε ένα αόρατο χέρι. Στα δέκα οκτώ της χρόνια η Λέγκω έμεινε χήρα. Εκείνες τις τραγικές μέρες, τα ξεσπάσματα υστερίας της μάζευαν όλο το χωριό γύρω της. Το ξετρελαμένο μυαλό της είχε γαντζωθεί απελπισμένα στη σκέψη ότι έχανε και το παιδί της. Δεν το έχασε. Ήταν αυτό που έσωσε τη ζωή της, όταν ένιωσε να κατρακυλά στο βάραθρο. Χάρη σε εκείνο διατήρησε τη συνοχή της και ανέλαβε καθήκοντα για τα οποία θεωρούσε τον εαυτό της ανέτοιμο. Σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, γυναίκες του χωριού την προστάτευαν με την καθημερινή παρουσία τους δίπλα της. Οι άνδρες μαζεύονταν στην αυλή και συμπαραστέκονταν κι αυτοί με τον τρόπο τους. Ο πατέρας της δεν υπήρχε πια. Δεν ξεπέρασε ποτέ το φευγιό της Φανής. Κάθε μέρα που περνούσε βυθιζόταν χωρίς σωτηρία στο πηγάδι της πιο μαύρης απελπισίας. Η ανάμνησή της τον κυνηγούσε σαν ένας υπόκωφος πόνος που τον χτυπούσε στο στομάχι και τον δίπλωνε στα δύο. Πέθανε μετά δύο χρόνια από ακατάσχετη αιμορραγία. Γαστρορραγία, είπε ο γιατρός.
Η μάνα της, απασχολημένη με το έργο της επιβίωσης και αποκατάστασης της άλλης κόρης, για μια στιγμή έδειξε πως δεν θα άφηνε τις καταστάσεις να την υπερβούν. Μόλις όμως «ταχτοποιήθηκε» κι η Λέγκω, άφησε τον εαυτό της. Στην κυριολεξία αποσύρθηκε. Απλά και ήσυχα έφυγε, κι εκείνη, ένα βράδυ από κοντά τους , ένα χρόνο μετά το γάμο τους.
Σε επτά μήνες, από το θάνατο του Τάσου ήρθε και ο γιος της, μ’ ένα χαμόγελο σαν του πατέρα του. Του έδωσε το όνομά του και το βάπτισε η φίλη της η Σπυριδούλα, που έμενε δίπλα της. Εκείνη την εποχή της απόλυτης ψυχικής μάρανσης, η αγάπη για το γιο της ήταν το μόνο που της είχε απομείνει Ήταν, όχι μόνο το κουράγιο, αλλά όλα όσα ενώνονται για να συνδέσουν την θέληση και την επιθυμία της για ζωή. Έστρεψε όλη της την ενέργεια σε εκείνον όπως σπρώχνουν τα φυτά το φύλλωμα τους στο φως του παράθυρου. Ήταν ένα φως που ξαφνικά μπήκε στη ζωή της και την φώτισε. Ακόμα και τις νύχτες, όταν ακουμπούσε με το χέρι την άδεια θέση του άνδρα δίπλα της κι ένιωθε να συσσωρεύετε η απελπισία μέσα της, το χαμόγελο του γιου της ήταν εκείνο που τη γαλήνευε
Τα χρόνια δύσκολα, η φτώχια τους ακολουθούσε καταποδιαστά και εκείνη έπρεπε να τα καταφέρει με τα χωράφια μόνη της και με εκείνον λεχούδι. Το πρωί, ξέκλεβε λίγο χρόνο για να πάει στα μνήματα, ν’ ανταλλάξει λίγες κουβέντες με τον Τάσο, γι’ αυτά που δεν προλάβανε να πούνε και για τα καινούρια που ήρθαν και δεν τα γνώριζε εκείνος κι εκεί, μέσα στην απόλυτη μοναξιά, ανάμεσα στη σιωπή των πεθαμένων, του έλεγε με όλες τις λεπτομέρειες, τα νέα για το γιο τους, τις δυσκολίες με τα χωράφια, του μιλούσε για τη βοήθεια των συγχωριανών και ειδικότερα του αγαπημένου του φίλου, Χρίστου, στο όργωμα και στο θέρος. Αυτό που δεν παρέλειπε ποτέ να του πει, ήταν το πόσο πολύ της έλειπε. Μέσα σε κείνο το ασάλευτο τοπίο η κουβέντα με τον Τάσο ηρεμούσε ψυχή της και έκανε τη ζωή υποφερτή.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια έχοντας δίπλα της τον μικρό Τάσο, που χρόνο με το χρόνο μεγάλωνε και ήταν η χαρά και η περηφάνια όλου του χωριού. Λίγο η ορφάνια του, λίγο ο καλός του χαραχτήρας, λίγο εκείνο το αμήχανο χαμόγελο, όταν έτριβε το λοβό του αυτιού του, το ταλέντο και ο ειδικός τρόπος που είχε να συνεργάζεται με τους ανθρώπους, τους κέρδιζε όλους. Ήταν κι η αισιοδοξία μια από τις πλευρές του χαρακτήρα του που τον έκαναν αξιαγάπητο. Από τα δέκα του χρόνια βοηθούσε την μάνα του κανονικά σαν μεγάλος άνδρας. Ξεκινούσανε χαράματα για τα χωράφια, άλλοτε διαβαίνοντας εκείνους τους χαραγμένους με βαθιές σχισμές από την ξηρασία δρόμους, πάνω σε πατημένα, από τις ρόδες των κάρων, φίδια και βατράχους και σ’ άλλες φορές να προσπαθούν να κουνήσουν τα πόδια τους μέσα στις λάσπες που γέμιζαν οι λαστιχένιες μπότες τους. Μαζί κουβαλούσανε το σιτάρι στον μύλο, που ήταν έξω από το χωριό και μαζί έπειτα το αλεύρι από το μύλο στο σπίτι. Με κείνο το τσουβάλι έπρεπε να περάσουνε το χειμώνα.
Στα δέκα πέντε του χρόνια ο Τάσος έφτιαξε μόνος του ένα καρότσι, με υλικά που τα έβρισκε κατά καιρούς από τη φύση ή πεταμένα από τους ανθρώπους, τελείως άχρηστα δηλαδή, γιατί εκείνη την εποχή για να πετάξει κάποιος κάτι θα έπρεπε να μην του χρησίμευε σε τίποτα. Εκείνο το καρότσι έγινε το θαύμα όλου του χωριού και από τη μια μέρα στην άλλη ο γιος της έγινε ο τεχνίτης του χωριού, που κατασκεύαζε από πιρούνια μέχρι μαντριά για τα ζώα. Για τη μάνα του και για εκείνον, εκείνο το καρότσι, άλλαξε τη ζωή τους προς το καλύτερο. Σταματήσανε να κουβαλάνε τα βάρη στις πλάτες τους. Το καρότσι έγινε το δεξί τους χέρι. Με εκείνο στο χωράφι, στον μύλο, με εκείνο στο παζάρι, για να ανταλλάξουνε τα αυγά, το βούτυρο, το γάλα, το σιτάρι και να πάρουνε τη ζάχαρη, το πετμέζι, κανένα φιρίκι. Αυτά αγοράζανε από το παζάρι, τα υπόλοιπα τους τα πρόσφερε η γη. Οι πατάτες, τα κρεμμύδια, οι ντομάτες, τα λαχανικά γενικώς, έβγαιναν από τον κήπο τους που τον καλλιεργούσανε οι δυο τους, με τη βοήθεια της Ελένης και της Τασούλας. Η Ελένη ήταν φίλη του Τάσου από τα μικρά τους χρόνια. Η Λέγκω την ξεχώριζε από όλα τα κορίτσια που έκανε παρέα ο γιος της. Ήταν η κόρη της Αναστασίας, που μαζί με την Σπυριδούλα, ήταν οι αγαπημένες της φιλενάδες. Μεγαλώσανε μαζί, όπως τα παιδιά τους. Η Τασούλα ήταν κόρη της Σπυριδούλας, νονά του Τάσου. Τα τρία παιδιά ήταν πολύ αγαπημένα. Τους έβλεπε η Λέγκω και τους χαιρόταν. Ακόμα και τις δουλειές των σπιτιών τις έκαναν μοιρασμένα. Μια φύτευαν στο ένα σπίτι, μια πότιζαν στο άλλο, μια σκάλιζαν στο τρίτο. Και στα τρία σπίτια δεν υπήρχαν άνδρες μεγάλοι να δουλέψουν τα κτήματα. Οι πατέρες των κοριτσιών ήταν συνήθως εξορίες και φυλακές. Κι έτσι τα τρία παιδιά μοιράζονταν τις δουλειές και μόλις τις τέλειωναν τρέχανε στο μικρό δασίλιο στην άκρη του χωριού. Ήταν η περιοχή του χωριού με πολλά δέντρα και άφθονα νερά, που συγκέντρωνε κόσμο και απ’ τα γύρω χωριά. Η Ελένη ήταν ένα κορίτσι με ζωντάνια, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό της, ιδιαίτερα έξυπνο, σοβαρό με κρίση πάνω σε πολλά ζητήματα. Διάβαζε ότι έπεφτε στα χέρια της. Της θύμιζε τον εαυτό της, τότε που ζούσε με τους γονείς της και την Φανή. Είχε ξεσκονίσει όλα τα βιβλία του πατέρα της Λέγκως. Όπως και τα βιβλία του δικού της πατέρα, που τα κουβαλούσε από τις εξορίες και τις φυλακές. Κορίτσι ανήσυχο, της έδινε την εντύπωση πολλές φορές πως δεν τη χωρούσε το χωριό. Ήθελε κι άλλους ορίζοντες ανοιχτούς. Όταν γυρνούσε ο πατέρας της, η Ελένη εξαφανιζόταν για μέρες κι ήταν κολλημένη πάνω του, γιατί τον θαύμαζε για τις ιδέες του και για τον αγώνα που έδινε για να τις υλοποιήσει. Πιο πολιτικοποιημένη από όλη την παρέα, προσπαθούσε να πείσει και τους άλλους δύο να ενεργοποιηθούν κι εκείνοι. Την μάλωνε πολλές φορές η Λέγκω γι’ αυτό. Δεν ήθελε να δει το γιο της να μπερδεύεται με αυτά τα πράγματα. Δεν ήθελε να τον τρέχουν φυλακές κι εξορίες.
Την εποχή, λοιπόν, εκείνη που η Λέγκω δεν νοιαζόταν ή δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τα προβλήματα του κόσμου, οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο και άλλαξαν όλα στο χωριό. Άφησαν ελεύθερους τους κομμουνιστές, που τους είχαν μαζεμένους σε φυλακές και εξορίες σαν εχθρούς του λαού, για να τους επιστρατεύσουν μαζί με τους υπόλοιπους. Μέσα σ’ εκείνους ήταν και οι άνδρες της Σπυριδούλας και της Αναστασίας. Ένας ενθουσιασμός είχε καταλάβει το χωριό. Μια έξαψη, ένας αναβρασμός, μια ορμή, ένα πάθος, κυμάτιζαν μαζί με τη σημαία στην κοινότητα, σε όλες τις ψυχές των νέων του χωριού. Ήταν όλοι έτοιμοι να υπερασπίσουν τα όνειρά τους, που τη δεδομένη στιγμή είχαν άμεση εξάρτηση από την πατρίδα τους. Οι παλιοί, αυτοί που πριν χρόνια αναγκάστηκαν να παρατήσουν τις περιουσίες τους και να φύγουν κυνηγημένοι από ένα πόλεμο στα παράλια του Πόντου, ήταν μαζεμένοι, φοβισμένοι. Των νέων όμως η οργή έβγαινε από μέσα τους δυνατή σαν ουρλιαχτό, αυθεντική.
Έτσι ξεκίνησαν για τον πόλεμο. Μ’ ένα ουρλιαχτό. «Θα τους τσακίσουμε». Ασυναίσθητα η Λέγκω σκέφτηκε τότε πως ευτυχώς, ο Τάσος είναι μόνο δεκαεπτά χρόνων. Όπως όλες οι μάνες που είχαν γιους, είχε χάσει την περιφερειακή της όραση και έβλεπε τα πράγματα σε σχέση μόνο με το παιδί της. Ο Τάσος της θα κινδύνευε και τίποτα άλλο δεν την ενδιέφερε. Του το είπε κάποια στιγμή, ενώ ο Τάσος ήταν σκυμμένος στον κήπο και σκάλιζε το σπανάκι. «Ευτυχώς που είσαι μικρός ακόμα!». Σήκωσε απότομα τα μάτια του και την κοίταξε κι ενώ εκείνη, προσπάθησε να αποφύγει την αποδοκιμασία στο βλέμμα του, εκείνος σηκώθηκε και άφησε την τσάπα στα πόδια του. Αμήχανα αφαιρούσε ένα μαύρο στεφάνι λάσπης που είχε μαζευτεί στα νύχια του από το υγρό χώμα. «Μη με κάνεις να ντρέπομαι για σένα», της είπε και μπήκε στο σπίτι. Πάγωσε. «Τι είναι αυτά που λες»; Έτρεξε πίσω του. «Μην το συζητήσουμε, γιατί θα μαλώσουμε. Πρέπει να ξέρεις όμως πως εγώ ντρέπομαι που θα κάτσω στο σπίτι και δεν θα πάρω μέρος σ’ αυτόν τον πόλεμο». Η Λέγκω κατάλαβε πως η συζήτηση δεν έπρεπε να συνεχιστεί γιατί θα εξελισσόταν σε πυρωμένο σίδερο που θα έκαιγε και τους δυο. Τον κοίταξε κρυφά. Έτριβε το λοβό του δεξιού του αυτιού. Αυτή του την κίνηση τη γνώριζε καλά. Την έκανε όταν ένιωθε αμηχανία ή πολλή οργή. Είχε αλλάξει ο Τάσος της, έδειχνε σαν να είχε αλλάξει μέσα του η θέα των πραγμάτων, του κόσμου όλου. Σαν να τον αφύπνισε το άδικο. Τα μάτια του πολλές φορές τα έπιανε νάναι χαμένα , σαν σε άλλο κόσμο, ερμητικά κλεισμένος. Κι άλλες φορές πάλι, έβλεπε μέσα σ’ αυτά να κατοικεί τόση οργή που την τρόμαζε. Οι τρίχες στο πρόσωπο του πλήθαιναν και τις έκοβε με το ψαλίδι, δεν τον άφηνε να βάλει ακόμα ξυράφι. Ήταν μεγαλόσωμος για την ηλικία του, στα δεκαεπτά του φαινόταν εικοσάρης. Είχε και τη συμπεριφορά εικοσάρη, ίσως απ’ τις πολλές ευθύνες που τον είχε φορτώσει από μικρό. Εκείνη τη μέρα τον είδε πολύ θυμωμένο και δεν τόλμησε να συνεχίσει την κουβέντα τους, καταλάβαινε πως δεν θα τους έβγαζε πουθενά. Γνώριζε πως ότι πίστευε ο γιος της το υποστήριζε με πάθος. Κατάλαβε επίσης, πως αν ήταν λίγο μεγαλύτερος και τον δέχονταν στο στρατό θα είχε φύγει ότι κι αν έλεγε εκείνη. Οι ειδήσεις από το μέτωπο των Ελλήνων ξεσήκωναν όλους στο χωριό. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, από τα ορθάνοιχτα παράθυρα φωνές ούρλιαζαν « Τα μάθατε; Πήραμε την Κορυτσά» και γέμιζε η πλατεία του χωριού από κόσμο που αγκαλιάζονταν, έκλαιγαν, τραγουδούσαν. Κάθε νίκη των Ελλήνων έβγαζε όλο το χωριό στο δρόμο.
Ο Τάσος έδειχνε να χάνει το ενδιαφέρον του για οτιδήποτε δεν είχε σχέση με τον πόλεμο. Τον παρατηρούσε γεμάτη αγωνία και ενώ ο φόβος σαν ερπετό έβγαινε από μέσα της, τον καμάρωνε. Καμάρωνε την γέννηση πολιτικής συνείδησης μέσα του. Αυτό δεν του το είχε διδάξει. Καμάρωνε τον ενθουσιασμό του που τον είχε μεταδώσει και στην ίδια και παρόλο που προσπαθούσε να τον κρύψει, περίμενε κι εκείνη, με καρδιοχτύπι τα νέα. Η υποψία πως δεν ήταν μόνο ο πόλεμος που απασχολούσε το παιδί της, ήρθε αργότερα. Ήταν κάποια βράδια που εξαφανιζόταν για περισσότερες ώρες από ότι συνήθιζε, ήταν ίσως οι στιγμές στον κήπο, που δεν την έβλεπε, αλλά εκείνη τον παρατηρούσε κρυφά πίσω απ’ την κουρτίνα να τρίβει με μανία το αυτί του. Κάποιες φορές ένιωθε την ψυχή του να μην κατοικεί μέσα του, ήταν αλλού. Βεβαιώθηκε κάποιο βράδυ όταν γύρισε σε κακή κατάσταση στο σπίτι. Τον ρώτησε τι είχε. Και εκείνος έπεσε πάνω στο ντιβάνι της κουζίνας και έκλαψε σαν μικρό παιδί. Σπαρταρούσε στο κλάμα. Τρόμαξε η Λέγκω. Κάθισε δίπλα του πήρε το κεφάλι του και το ακούμπησε στα πόδια της. Χαϊδεύοντας τα μαλλιά του τρυφερά προσπάθησε να μάθει τι συμβαίνει. Κάποια στιγμή ψέλλισε γεμάτος παράπονο. «Γι’ αυτά δεν μου μίλησες ποτέ, μάνα!» Ένιωσε ένα δυνατό τσίμπημα μέσα της. Αυτός είναι έρωτας, σκέφτηκε.
Το ένστικτό της επικεντρωμένο πάντα στον αγώνα της επιβίωσής τους, πού να της μείνει ενέργεια να του μιλήσει για έρωτα. Τι ήξερε άλλωστε, να του πει; Από την άλλη, τον θεωρούσε μικρό ακόμα για να δικαιούται να μάθει γι’ αυτά τα πράγματα. Έτσι τον έβλεπε. Χρόνια προσπαθούσε να ατσαλώσει την ψυχή του από τις δοκιμασίες και τους κινδύνους τους συνηθισμένους. Ο έρωτας δεν είναι κίνδυνος, έτσι ήξερε. Δεν είναι πόνος, δεν είναι απόγνωση, όπως αυτή που έβλεπε στα μάτια του παιδιού της εκείνη τη στιγμή. Προσπάθησε να τον πείσει να της εμπιστευτεί για όσα τον απασχολούσαν, για να δούνε μαζί τις πραγματικές τους διαστάσεις. Άδικος κόπος. Δεν της μίλησε ποτέ για εκείνη την κρίση, παρά την αγάπη που ένιωθαν ο ένας για τον άλλον. «Πέρασε, ξέχνα το», ήταν η απάντησή του καθώς εκείνη προσπάθησε πολλές φορές να μάθει.
Κάποια μέρα που έλειπε ο Τάσος από το σπίτι, φώναξε την Ελένη. Την ξεκαθάρισε απ’ την αρχή πως δεν ήθελε να την ψαρέψει, απλώς ανησυχούσε για τον Τάσο και θα ήθελε να τον βοηθήσει. Στα μάτια της Ελένης διάβασε πως πράγματι κάτι συνέβαινε που δεν θέλησε να της πει. « Δεν είναι κάτι που θα πρέπει να σε ανησυχεί», της είπε. «Είναι ερωτευμένος; Μόνο αυτό πες μου» Και τότε πρόσεξε μια σκιά να καλύπτει, μόνο για μια στιγμή, τα όμορφα, μεγάλα της μάτια. Μια υποψία πέρασε ξαφνικά από το μυαλό της Λέγκως. Μια υποψία που έγινε βεβαιότητα στη συνέχεια της κουβέντας τους. Η Ελένη ήταν ερωτευμένη με τον Τάσο. « Έχε τον εμπιστοσύνη, κάποια στιγμή που θα νιώσει βέβαιος για αυτά που νιώθει θα σου μιλήσει. Άλλωστε ξέρεις πόσο σε αγαπάει». Σοβαρή, μετρημένη, δεν της άφησε περιθώρια για συνέχιση της κουβέντας τους για εκείνο το θέμα. « Κάνε υπομονή, έχεις καλό γιο.» Όταν έφυγε η Ελένη προσπάθησε να καταλάβει από μόνη της. Κρυφή ελπίδα της από χρόνια από τότε που τα παιδιά μεγάλωναν μαζί, ήταν κάποτε να τα δει μαζί. Με τον καιρό η ελπίδα της χάθηκε βλέποντας τα παιδιά απλώς να γίνονται φίλοι. Τίποτα δεν έδειχνε πως αυτό με τον καιρό μπορούσε ν’ αλλάξει. Ο Τάσος την αγαπούσε σαν αδερφή του. Και για την Ελένη το ίδιο πίστευε. Εκείνη η σκιά στα μάτια της; Τι συμβαίνει; Αναρωτήθηκε. Με ποια ήταν ερωτευμένος ο Τάσος; Ο καιρός περνούσε κι εκεί που η συμπεριφορά του Τάσου ηρέμησε, έδειχνε σαν να μην τον απασχολούσε τίποτα το εξαιρετικό, κάποιο απόγευμα η Λέγκω, που καθόταν μπροστά στο παράθυρό τους, που έβλεπε στον κήπο της Αναστασίας, είδε ξαφνικά τον γιο της ν’ αρπάζει στην αγκαλιά του την Ελένη και να την φέρνει γύρους γελώντας. Τράβηξε με τρόπο την κουρτίνα για να μην την βλέπουν και προσπάθησε ν’ ακούσει. Το μόνο που άκουσε ήταν το «Σσς» της Ελένης. «Θα σ’ ακούσουν». Την άφησε κάτω και κάθισαν δίπλα-δίπλα στα χόρτα και τον έβλεπε να της εξιστορεί κάτι πολύ συγκινημένος, που πρέπει να είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Η Ελένη τον άκουγε γελαστή, με προσοχή. Δεν κατάλαβε τίποτα η Λέγκω. Ήθελε να μάθει την πηγή της χαράς του. Μα δεν τον ρώτησε όταν σε λίγο μπήκε στο σπίτι. Έψαξε το πρόσωπό του. Ένιωσε τη χαρά του που προσπαθούσε να την κρύψει μέσα σ’ ένα σοβαρό, καθημερινό πρόσωπο. « Κάνε υπομονή» της είχε πει η Ελένη. Αυτό έπρεπε να κάνει. Εκείνο που την ενδιέφερε ήταν ότι ο γιος της ήταν ευτυχισμένος εκείνη τη στιγμή. Φαινόταν να είχε βρει την έξοδο κινδύνου από το πρόβλημά του.
Ο πόλεμος με τους Ιταλούς έμεινε στη μέση, κι ενώ οι φαντάροι μας γύριζαν πίσω ένας- ένας με τα πόδια απ’ το αλβανικό μέτωπο, διασχίζοντας βουνά και πεδιάδες, μαθαίνοντας να κοιμούνται περπατώντας, να περνούν ακρωτηριασμένα ή νεκρά κορμιά, σημαδεμένοι ισόβια από την παραφροσύνη του πολέμου και την ωμότητα του ανθρώπου, τα κύματα ενός άλλου πολέμου μπήκαν στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί εισέβαλαν στην χώρα. Οι Έλληνες ξαφνιάστηκαν, πιάστηκαν απροετοίμαστοι. Κουρασμένοι από έναν πόλεμο που δεν τον επεδίωξαν αλλά ήταν υποχρεωμένοι να τον αντιμετωπίσουν, δεν άντεχαν έναν άλλον, χειρότερο από τον πρώτο. Ένας ολόκληρος λαός πισωγύρισε μαζεύοντας τις σημαίες της νίκης τους με τους Ιταλούς, μπροστά στην δύναμη των Γερμανών. Στο χωριό βλέπανε με μάτια διάπλατα την ιστορία να εξελίσσεται μπροστά τους δίχως να καταλαβαίνουνε τίποτα. Οι Γερμανοί επιτάξανε την κοινότητα και το σχολείο. Η βρώμα κι η δυσωδία μπήκε από τα διαβρωμένα κουφώματα των σπιτιών. Ο αέρας γέμισε σιωπή, απειλή, φόβο.
Οι μήνες περνούσαν, η παρέα άλλαξε. Αναπτύχθηκε σιγά- σιγά, μέσα στην ψυχή τους μια αγέρωχη, νεανική αίσθηση αδικίας. Μια έρπουσα κρυφή οργή έκανε τα μάτια τους να πετούνε σπίθες μίσους για τους ανθρώπους που από την μια στιγμή στην άλλη έφεραν τα πάνω κάτω στη χώρα τους. Τους έπνιγε η έξαλλη και ανήμπορη οργή των ανθρώπων που βλέπουν να τους αδικούν, να τους βιάζουν και δεν μπορούν να αντιδράσουν. Η Λέγκω το έβλεπε αυτό και το λεπίδι του φόβου της την προειδοποιούσε για τον κίνδυνο. Μια στρατιά καταχανάδων έκανε την εμφάνισή της μέσα της. Ο φόβος τύλιξε τα πλοκάμια του και ρουφούσε από όλες τις γωνιές του μυαλού της κάθε ενέργεια. «Τι σου συμβαίνει, παιδί μου;» Ρώτησε τον γιο της μια μέρα που τον ένιωθε σαν άγριο ταύρο. «Αχ, βρε μάνα, νιώθω πολύ θυμωμένος.» Η μάνα του τον κοίταξε και έκλεισε τα μάτια για ν’ αποφύγει τον τρόμο που ερχόταν, που τον ένιωθε, τον μύριζε. Έφτανε στα αυτιά της σαν ηχώ της κόλασης.
Ήξερε πως ανεπίσημα η αντίσταση άρχισε από τον λαό. Καθημερινά νέοι από όλη την Ελλάδα έμπαιναν στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς. Η φήμη γι’ αυτόν τον αγώνα έφτασε και στο χωριό τους και άρχισε να ταράζει τα φαινομενικά ήρεμα νερά των νέων του χωριού. Ένας- ένας άρχισαν να εγκαταλείπουν το μικρόκοσμό τους τις νύχτες και να ανεβαίνουν στα βουνά για να μπουν σε ομάδες κρούσης εναντίον των Γερμανών. Κάποιοι έμεναν πίσω για να βοηθήσουν στις γεωργικές εργασίες που θα τέλειωναν δύσκολα δίχως τα στιβαρά χέρια των νέων και βέβαια να βοηθήσουν εκ των έσω. Ο αέρας έμοιαζε να τρέμει αδιάλειπτα από κάτι απροσδιόριστο και αυτό το τρεμούλιασμα έσμιγε με την αναταραχή που κρυφά η φανερά είχε κυριεύσει όλους τους. Όλος ο τόπος έβραζε και αφουγκραζόταν. Στο χωριό έμεναν κυρίως Πόντιοι, τρεις οικογένειες βλάχων και τρεις οικογένειες με Σλαβική καταγωγή, που οι Πόντιοι τους είχαν βρει εκεί όταν πρωτοήρθαν στην περιοχή. Επίσης έμενε και μια γυναίκα, η Πηνελόπη, με τον γιο της τον Σπύρο, ένα χρόνο μεγαλύτερο από τον Τάσο. Η Πηνελόπη ήταν μια γυναίκα μικρόσωμη, ξερακιανή με εντυπωσιακά μεγάλα αυτιά, που κάλυπτε το πάνω μέρος τους με τα μαλλιά της, στερεώνοντας τα με τσιμπιδάκια πίσω απ’ αυτά. Τα μάτια της μικρά σαν τρύπες με δυο σμιχτά φρύδια, που το ένα ήταν σηκωμένο και έδιναν στο πρόσωπό της μία μόνιμη ειρωνική όψη. Οι φούστες που φορούσε ήταν όλες μακριές, με μια ποδιά πάγια δεμένη στην μέση της. Ο μικρός γιος της ήταν πιστό αντίγραφο δικό της. Αδύνατος, με τεράστια αυτιά, (αυτιάγκο τον φωνάζανε οι συνομήλικοι του,) και σηκωμένο το ένα του φρύδι, πιστό αντίγραφο της μάνας του. Οι δυο τους, κάποια στιγμή, εμφανίστηκαν απ’ το πουθενά στο σπίτι κάποιας ηλικιωμένης ντόπιας που ζούσε μόνη σε ένα σπίτι μεγάλο για τα δεδομένα του χωριού, που το κληρονόμησε απ’ τον άνδρα της, έναν απ’ τους παλιούς κατοίκους της περιοχής. Η γριά την παρουσίασε σαν ανιψιά της, κόρη της αδερφής της απ’ την Πελοπόννησο. Όλοι στο χωριό μάθανε πως είχε χάσει τον άνδρα της στο Αλβανικό και ήρθε, μαζί με το γιο της, στη θεία της για να μην την αφήσουν μόνη, μεγάλη γυναίκα. Ήταν πειστικοί με τις πληροφορίες που δώσανε για τον εαυτό τους και κανείς δεν μπήκε στον κόπο να κάνει ερωτήσεις, αφού κανείς δεν πολυενδιαφερόταν. Είχαν σοβαρότερα θέματα να τους απασχολούν. Κι έτσι, η Πηνελόπη και ο Σπύρος ξέμειναν στο χωριό.(Σπυράκο τον λέγανε οι κάτοικοι του χωριού, γιατί ήταν κολλημένος στο φουστάνι της μάνας του και όλο έκλαιγε. Το παρατσούκλι τον ακολούθησε κι όταν μεγάλωσε, γιατί δεν άλλαξε η συμπεριφορά του σε σχέση με την μάνα του). Με τα χρόνια κανείς δεν πίστεψε στο χωριό την ιστορία της Πηνελόπης, γιατί εντωμεταξύ η θεία της πέθανε και της άφησε το σπίτι που έμενε μαζί με τα χωράφια και κανείς, όλα εκείνα τα χρόνια, δεν εμφανίστηκε σαν συγγενής της γριάς ή της Πηνελόπης. Ούτε στην κηδεία ήρθε κανείς. Κι έτσι ένα μυστήριο περιέκλειε την ιστορία της Πηνελόπης, που στην αρχή και για λίγο απασχόλησε το χωριό, αλλά σύντομα σταμάτησαν να ασχολούνται. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια και πραγματικά τελείως τυχαία να μάθουν την ιστορία τους. Ήταν ένα καλοκαίρι, που όπως κάθε χρόνο, ήρθαν να κατασκηνώσουν οι φαντάροι στην άκρη του χωριού, μέσα στο δασίλιο. Ένας φαντάρος απ’ τα μέρη της την αναγνώρισε κι από στόμα σε στόμα έμαθε το χωριό για τον άνδρα που την άφησε έγκυο και την εγκατέλειψε. Ήταν ένας πλανόδιος που πουλούσε στην περιοχή τους, και συχνά στο χωριό της, πράγματα για το σπίτι. Από πιρούνια μέχρι σεντόνια. Μετά από κάποιους μήνες απ’ την εξαφάνιση του πλανόδιου, η Πηνελόπη, κατάλαβε την εγκυμοσύνη της, όταν πρόσεξε τους συγχωριανούς της να παρατηρούν περίεργα την κοιλιά της και το έσκασε απ’ το χωριό με τη βοήθεια της μάνας της. Το πώς κατέληξε στο χωριό δεν το μάθανε, ούτε μάθανε ποτέ, αν η γριά θεία της, γνώριζε για το νόθο
Η συμπεριφορά της απέναντι στους χωριανούς ήταν υπεροπτική και απαξιωτική παρ’ όλη την προσπάθεια που κάνανε εκείνοι να νιώθει δική τους. Είχε έναν μόνιμο θυμό πάνω της, που αντανακλούσε και στο στεγνό πρόσωπό της, που θαρρείς τον είχε χρόνια φυλαγμένο μέσα της και κατά καιρούς τον περνούσε απ’ τον τροχό της κακίας και τον ανανέωνε για να μην τον χάσει. Σε ένα χωριό που ανακατεύθηκαν τέσσερεις πολιτισμοί, διασταυρώθηκαν οι επιρροές τους, συγκρούστηκαν πολλές φορές, αλλά τελικά αγαπήθηκαν οι διαφορετικές αντιλήψεις και οι τρόποι ζωής, η Πηνελόπη δεν κατάφερε να αφομοιωθεί. Κι ο γιος της αργότερα, όταν πήγαινε στο σχολείο με τ’ άλλα παιδιά του χωριού, είχε πάντα ένα μόνιμο περιφρονητικό ύφος όταν τους κοίταζε, σαν να τους ξεπερνούσε στο μυαλό, στις γνώσεις κι έβλεπε τα ενδιαφέροντά τους σαν πράγματα κατώτερης ποιότητας. Μάνα και γιος κρατούσαν μια στάση ρατσιστική απέναντί τους και θεωρούσαν μόνο τον εαυτό τους Έλληνες. Τους μετανάστες τους θεωρούσαν Τούρκους και τους άλλους Βούλγαρους. Μόνο με τους βλάχους είχαν κάποιες παρτίδες κι αυτό μόνο σε ότι είχε σχέση με τα χωράφια και τα ζώα. Είχαν το μεγαλύτερο κλήρο απ’ όλους τους υπόλοιπους, κληρονομιά της μακαρίτισσας. Εκείνα τα χωράφια τα νοίκιαζαν στους βλάχους και παίρνανε χρήματα, αλεύρι, γάλα και το τυρί τους. «Οι αριστοκράτες» τους λέγανε οι χωριανοί, γιατί ήταν οι μόνοι που δεν δούλευαν τα χωράφια τους. Εκείνοι κορόιδευαν την γλώσσα τους και ούτε λόγος βέβαια για επαφή μαζί τους. Ο Σπυράκος δεν έκανε παρέα ποτέ με τα παιδιά του χωριού, γιατί η μάνα του τον απέτρεπε να συναναστρέφεται με «αμόρφωτους αλήτες».Το βλέμμα μάνας και γιου ήταν γεμάτο πανουργία. Δεν εμπιστεύονταν κανένα ταμπουρωμένοι σε μια μόνιμη καχυποψία. Κλεισμένοι στον εαυτό τους, μίζεροι, θρησκόληπτοι, με μια αλλοπρόσαλλη σκληρότητα. Ο Σπυράκος μεγαλώνοντας ξεχείλιζε από μια διανοητική έπαρση, λόγω της προφοράς του, που την θεωρούσε πιο Ελληνική από εκείνη των Ποντίων. Ντυμένος πάντα καλά, σε σχέση με τα υπόλοιπα χωριατόπαιδα, κοιτούσε με περιφρόνηση τα παλιά, μπαλωμένα ρούχα τους και τις στρεβλωμένες απ’ τα πολλά πατήματα σόλες των παπουτσιών τους. Η Λέγκω πολλές φορές προσπάθησε να τους προσεγγίσει, γιατί νόμιζε πως αυτό που τους χρειάζονταν ήταν οι φίλοι. Η προσπάθεια είχε αποβεί μάταιη. Η Πηνελόπη έκλεινε τις πόρτες για κάθε μορφή επικοινωνίας, κι έτσι και εκείνη σταμάτησε.
Ήταν ένα πρωί του Σεπτέμβρη, όταν η Σπυριδούλα άκουσε τις φωνές της Λέγκως. Βγήκε από το σπίτι και μπήκε στον μικρό κήπο που έζωνε γύρω- γύρω όλο το σπίτι και πάσχισε να διακρίνει πίσω απ’ τις κουρτίνες του παραθύρου τους, προσπαθώντας να αρπάξει ένα κομμάτι απ’ το οικογενειακό καυγά που εξελισσόταν στο εσωτερικό του σπιτιού. Αφού κατέβαλε απεγνωσμένες προσπάθειες και δεν κατάφερε να βγάλει νόημα από τα ουρλιαχτά μπήκε μέσα με το θάρρος που της έδινε η διπλή ιδιότητά της, της Νονάς και της φίλης. Ο Τάσος καθόταν στην καρέκλα και είχε σκυμμένο το κεφάλι στο τραπέζι. Το χέρι του έτριβε με μανία το δεξί αυτί του. Η Λέγκω μπροστά του, με το μάτια γεμάτα άγριες αποχρώσεις να πετούνε σπίθες οργής καταπάνω του. Η Σπυριδούλα πήγε κοντά της και την έπιασε απ’ τους ώμους. Πρώτη φορά την έβλεπε έτσι. «Τι έγινε, Λέγκω, τι πάθατε;» Γύρισε και την κοίταξε. «Έλα να μάθεις τα μαντάτα μας, Σπυριδούλα». Την έπιασε απ’ το χέρι και την τράβηξε θυμωμένα προς τον γιο της, που σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με ένα βλέμμα που ζητούσε βοήθεια. « Άκου τι λέει», ωρυόταν η Λέγκω, «Άκου τι λέει. Θα κάνει, λέει, αντίσταση! Ποιος μωρέ, εσύ; Τι θαρρείς πως είσαι, ε; η τελευταία τρύπα του ζουρνά. Θα σε λιώσουν, βρε, θα σε τσαλαπατήσουν!» Τα χέρια της χειρονομούσαν άγρια στον αέρα. Σαν καταρράκτης χύνονταν οι λέξεις απ’ το στόμα της και έπιαναν φωτιά. Η Σπυριδούλα προσπάθησε να την ηρεμήσει. «Κάτσε να μιλήσουμε, να μου εξηγήσεις, έτσι που φωνάζεις δεν καταλαβαίνω τίποτα» της είπε. «Τρελή είσαι κι εσύ;» την άρπαξε απ’ τα μούτρα. «Δεν καταλαβαίνεις; Ο κανακάρης μου θέλει ν’ ανέβει το βράδυ στο βουνό. Θα κάνει λέει αντίσταση, ακούς; Αντίσταση.» Γύρισε και την κοίταξε παρακλητικά. «Πες του, βρε, Σπυριδούλα, τι είναι ο πόλεμος»! Ο Τάσος προσπαθούσε να αρθρώσει κουβέντα μα εκείνη δεν του έδινε χώρο. Τα μάτια της άγρια, διεισδυτικά τα ένιωθε να τον χαρακώνουν σαν κοφτερό μαχαίρι.«Μάνα, σταμάτα!» φώναζε ο Τάσος. «Δεν καταλαβαίνεις πως το καθήκον μου είναι να είμαι δίπλα στους φίλους μου που έχουν τόσους μήνες φευγάτοι. Αν δεν βγούμε όλοι στους δρόμους οι Γερμανοί δεν πρόκειται να φύγουν ποτέ.» Τα μάτια του ήταν γεμάτα από ένα νεανικό, ασυγκράτητο πάθος, που φούσκωνε μέσα του, μπήκε στο αίμα του, κυκλοφορούσε ήδη στις αρτηρίες του. «Πουθενά δεν θα πας, ακούς;» ούρλιαζε η Λέγκω, σαν να μην την άγγιξαν τα λόγια του. «Εδώ θα κάτσεις. Η θέση σου είναι εδώ στο σπίτι σου, στα χωράφια μας. Αυτοί που πάνε έχουν άλλους πίσω τους. Ακούς; Εσύ ποιον θα αφήσεις; Εμένα; Ξέγραψε με εμένα. Αν φύγεις, θα πεθάνω!» Έπεσε αποκαμωμένη δίπλα του. Τα χέρια της απλώθηκαν και μάζεψαν τα δικά του. Η φωνή της μαλάκωσε, κουρασμένη. Τα μάτια της έψαξαν τα δικά του παρακλητικά. «Μην φύγεις, Τάσο, ο πόλεμος δεν είναι παιχνίδι, γιε μου. Θα σκοτωθείς, μόνο εσένα έχω. Ας πάνε οι άλλοι. Εσύ μείνε στο σπίτι μας, σε χρειάζεται, σε χρειάζομαι!» Τα λόγια είναι περιττά όταν η ψυχή δεν θέλει να ακούσει. Κι η ψυχή του Τάσου κάλπαζε ήδη με καβαλάρη το νεανικό του πάθος. Κοίταξε τη νονά του. «Μίλα και συ νονά, εμένα δεν με ακούει. Ντρέπομαι, καταλαβαίνετε; Ντρέπομαι να κάθομαι να φυλάω τη μάνα μου, ενώ όλα τα παιδιά της ηλικίας μου κάτι κάνουν, κάτι προσφέρουν αυτή τη στιγμή. Ακόμα και τα κορίτσια έφυγαν.» Αγκάλιασε την μάνα του απ’ τους ώμους. « Θα πάω, μάνα» της είπε αποφασιστικά. « Δεν βλέπεις πως δεν έχω άλλη επιλογή; Σου αρέσει να κάθομαι δίπλα σου και να παριστάνω πως δεν ξέρω τι συμβαίνει γύρω μου;» Της έπιασε τα χέρια που ήταν κρεμασμένα μπροστά του, άψυχα, παρατημένα, σαν να σταμάτησε το αίμα στις φλέβες τους. « Και εσύ και εγώ θα ντρεπόμαστε αργότερα και ας μην το παραδέχεσαι τώρα. Θα ντρέπεσαι όταν θα σε ρωτάνε τι έκανε ο γιος σου την ώρα που το σπίτι σου έπαιρνε φωτιά, την ώρα που η χώρα σου κινδύνευε. Τι θα λες; Καθόταν και με φύλαγε;» Η Λέγκω δεν μιλούσε. Η Σπυριδούλα πήγε κοντά της. « Έχει δίκαιο, όλοι οι νέοι πολεμούν» της είπε. « Και όλοι σκοτώνονται» μούγκρισε εκείνη, και κούνησε το κεφάλι της. Η ψυχή της αιωρούνταν εξουδετερωμένη. Ο Τάσος ένιωσε την ανάγκη να αστειευτεί. « Ο θάνατος δεν θα τολμήσει να ξαναπεράσει το κατωθύρι μας» της είπε, «η νίκη θα είναι δική μας», κι η Λέγκω ξανακούνησε το κεφάλι της. Το ίδιο βράδυ ο Τάσος έφυγε από το σπίτι του και μαζί του έφυγαν η Ελένη κι η Τασούλα. Εκείνες δεν είχαν το κουράγιο να το πουν στις μάνες τους. Έφυγαν κρυφά.
Συνεχίζεται……..

Σάββατο 31 Μαΐου 2008

Συνέχεια 8ο Η Λέγκω

Από το 1922 ως το 1924 έφτασαν μεμονωμένοι ή σε μικρές ομάδες στην αρχή, με κάρα, ζώα, βάρκες, καΐκια, ακόμα και με τα πόδια αργότερα, σε κακό χάλι, βρώμικοι, ματωμένοι, πεινασμένοι, άθλιοι, χιλιάδες κυνηγημένοι, βιασμένοι, ορφανεμένοι, καταποντισμένοι δίχως περιουσίες, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, αναζητώντας ένα μέρος για να κρύψουν τον θυμό τους, τον πόνο τους, την απελπισία τους. Στην αρχή πέρασαν από στρατόπεδα καραντίνας, κάπου στο Καραμπουρνάκι, όπου τους κράτησαν απομονωμένους για μήνες, μέσα σε άθλιες συνθήκες, με τον φόβο μην μεταδώσουν στους ντόπιους καμιά μεταδοτική, ανατολίτικη ασθένεια κι αφού πέθαναν αρκετοί, εξασθενημένοι από την απίστευτη ταλαιπωρία, συστάθηκε μια υπηρεσία, η οποία προγραμμάτισε και πραγματοποίησε όπως- όπως την μόνιμη προσφυγική εγκατάσταση τους. Άλλους τους κράτησαν στην πόλη, άλλους σε συνοικίες και άλλους τους στείλανε σε χωριά. Ήταν η εποχή που υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάνης, για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μια μικρή ομάδα απ’ αυτούς, όλοι Πόντιοι, εγκαταστάθηκε και ρίζωσε στο μικρό χωριό της Μακεδονίας. Ανάμεσα τους κι οι γονείς της Λέγκως.
Το μικρό χωριό ήταν πνιγμένο στο πράσινο κι είχε άφθονα νερά. Εκεί οι πρόσφυγες βρήκαν πέντε οικογένειες Βλάχων και τριών ντόπιων Το έφορο έδαφος του, έδωσε την δυνατότητα στην οικογένεια της Λέγκως και σ’ όλους τους συγχωριανούς τους να καταφέρουν να επιζήσουν τα πρώτα χρόνια, φτιάχνοντας τις καλύβες τους και παρόλα τα κυνηγητά των λίγων ντόπιων του χωριού και των διπλανών περιοχών που, Τούρκους τους ανέβαζαν, Τουρκόσπορους τους κατέβαζαν, αυτοί κατάφεραν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και επιζήσανε, καταφέρνοντας να αφομοιώσουν στα δικά τους έθιμα τις λίγες οικογένειες του χωριού. Η νοσταλγία της επιστροφής στην πατρίδα άργησε πολύ να βγει από τις ψυχές τους. Ήταν ένας καημός που αργοπόρησαν να του ξεφύγουν.
Οι γονείς της Λέγκως είχαν τρία παιδιά όταν έφυγαν από την πατρίδα. Δύο κορίτσια και ένα γιο, ο οποίος ποδοπατήθηκε και έπεσε στη θάλασσα στο λιμάνι της Σμύρνης, πάνω στην προσπάθεια τους να περάσουν πάνω από ένα μαδέρι που είχαν τοποθετήσει τη μια του άκρη πάνω στο κράσπεδο της αποβάθρας και την άλλη του άκρη πάνω στο καΐκι που θα τους πήγαινε στην πατρίδα, κι ανάμεσα σε δεκάδες τρομαγμένους ανθρώπους, που προσπαθούσαν κι αυτοί να μπουν στο ίδιο καΐκι πάνω από το ίδιο μαδέρι, το αγόρι έχασε το χέρι της μάνας του και η πίεση του κόσμου το έριξε κάτω. Ούρλιαζε η μάνα της Λέγκως, ανίκανη να γυρίσει πίσω, από το σπρώξιμο του κόσμου. Οι σπαρακτικές κραυγές της ενώθηκαν με τα ξεφωνητά , άλλων μανάδων, πατεράδων, αδερφών, που κάποιον δικό τους είχαν χάσει εκείνες τις στιγμές της αλλοφροσύνης. Εκείνο το άθαφτο κορμί του γιου στοίχειωνε τις νύχτες τους. Ποτέ δεν το ξεπέρασαν. Ο Λεωνίδας έμεινε μέχρι που να πεθάνουν ο μεγάλος καημός τους. Η Λέγκω και η αδερφή της η Φανή είχαν δυο χρόνια διαφορά. Η Λέγκω ήταν εντυπωσιακά ψηλή με μακριά χέρια και πόδια, ενώ η αδερφή της λίγους πόντους κοντύτερη. Κι οι δυο είχαν καστανά μακριά μαλλιά που πλαισίωναν τα γλυκά τους πρόσωπα. Αγαπημένες αδερφές, κολλημένες η μια στην άλλη. Μαζί στις δουλειές, μαζί στα χωράφια, μαζί στον καπνό, μαζί στο κέντημα, μαζί στο τραγούδι, μαζί στο διάβασμα. Σχολείο δεν πήγαιναν- πού τέτοια πολυτέλεια. Τα σχολεία της εποχής στα χωριά ανύπαρκτα και η απόκτηση γνώσεων ένα σκοτεινό τούνελ. Ο πατέρας τους, δάσκαλος στην πατρίδα, ήταν από τους ανθρώπους που άφησαν τη ζωή να τους ωριμάσει. Ήταν έκδηλο αυτό στο πρόσωπό του, που ήταν πάνω του απλωμένη μια γλυκιά εγκαρτέρηση και μια απέραντη επιείκεια για τους ανθρώπους γύρω του. Παρόλο που ήταν τότε σαράντα πέντε χρονών, φαινόταν πολύ πιο νέος, όπως συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους που καταφέρνουν να διατηρούν ως τα γεράματά τους τα συναισθήματά τους ζωντανά. Αυτός ήταν ο δάσκαλός τους. Έδινε μεγάλη προσοχή προκειμένου να αποκτήσουν πνευματική καλλιέργεια και αγωγή τα κορίτσια του. Κάθε βράδυ είχαν μάθημα. Όχι πως δεν τους άρεσε,- ο πατέρας ήταν ο αγαπημένος τους από τους δυο γονιούς και το μάθημα είχε πάντα ενδιαφέρον,- όμως ήταν πάντα κουρασμένες από τα καθήκοντα τα πρωινά και πολλές φορές με το ζόρι κρατούσαν τα μάτια τους ανοιχτά μπροστά στο κιτρινωπό φως της λάμπας, που ήταν ακουμπισμένη στο τραπέζι μπροστά τους περιτριγυρισμένη από σμήνος εντόμων γύρω της. Εικόνες σαν εκείνες, που οι δυο τους- εκείνη κι η Φανή, - στο τραπέζι της κουζίνας με τα κεφάλια τους σκυμμένα στα γραπτά, το ένα ν’ αγγίζει το άλλο, το ένα να στηρίζει το άλλο, και τον πατέρα με το βιβλίο κλεισμένο στο χέρι και με το δάχτυλο να σημαδεύει τη σελίδα, να προσπαθεί να εξαφανίσει τα νυσταγμένα ίχνη της κάθε στιγμής δίνοντας έμφαση στα λεγόμενά του, είναι φυλαχτά στην μνήμη της ψυχής της Λέγκως κι όταν τις έχει ανάγκη τις βγάζει κρυφά και τις κοιτάει. Ο πατέρας τους είχε την ικανότητα να επικοινωνεί μαζί τους χωρίς περιττά λόγια. Εισχωρούσε στις νεανικές ψυχές τους και τους έδινε δύναμη και κουράγιο. Τις άκουγε με μεγάλη υπομονή και προσπαθούσε να λύσει όλες τους τις απορίες.« Αφσατς[1] »(΄Αστες), φώναζε η μάνα τους, « μη γομόντς τα κιφαλε τουν αέραν, αύριον α πάνε σα χωράφε[2]»(Μη γεμίζεις τα κεφάλια τους με αέρα, αύριο θα πάνε στα χωράφια). Εκείνος σήκωνε τα μάτια του και την κοιτούσε πάνω από τα γυαλιά του. «Άνθρωπος αμόρφωτος, Αρετή, ξύλο απελέκητο » της έλεγε. Και εκείνη βρίσκοντας ευκαιρία τον κάρφωνε με τα λόγια της. «Είδαμεν και τε σα τα χαΐρε, που όλα ηξέρτσατα[3] »,(Είδαμε και τα δικά σου κατορθώματα, που τα ξέρεις όλα). Σιωπούσε στις επιθέσεις της «γιατί η σιωπή είναι χρυσός,» και πείσμωνε με τη μόρφωση των κοριτσιών. Τις ενθύμιζε πως, «όλα μπορούν να χαθούν στη ζωή, μα όχι η παιδεία μας.» Το δωμάτιο που κοιμόνταν και που το χρησιμοποιούσαν και σαν κουζίνα- σαλόνι, είχε κολλημένο ένα χαρτόνι που έγραφε, «Το πρώτο κεφάλαιο μιας πολιτείας είναι η παιδεία, δεύτερο η παιδεία και τρίτο η παιδεία», και δίπλα του, «Η γνώση είναι η απάντηση στο φόβο». Και βέβαια απαγόρευε στην μάνα να τα αγγίζει.
Η στενή και στοργική συνοχή με το δάσκαλο- πατέρα, δεν είχε τίποτα κοινό με τη σχέση τους με την μάνα. Εκείνη όλη της τη ζωή πάσχιζε να ξεφύγει από την φρίκη της απώλειας του γιου της. Στις κόρες της έδινε την εντύπωση πως φοβόταν την οικειότητα. Σαν να φοβόταν ότι θα το εκμεταλλευτούν, θα προσπαθήσουν να κυριαρχήσουν πάνω της. Ήταν ένα αίνιγμα η μάνα τους, που προσπαθούσανε να το λύσουνε. Ο πατέρας την δικαιολογούσε γιατί «πονάει για το θάνατο του αδερφού σας, το ξεριζωμό απ’ την πατρίδα». Τα δυο κορίτσια ήταν σφηνωμένα ανάμεσα στην προσπάθειά των γονιών τους για ένα καλύτερο μέλλον και την θλίψη τους για τις απώλειες της ζωής τους.
Ήταν δέκα έξη χρόνων η Φανή, η μεγαλύτερη κατά δυο χρόνια αδερφή της Λέγκως, όταν ένας Έλληνας της Αμερικής, τριάντα χρονών τότε, συγγενής ενός συγχωριανού τους, τη ζήτησε από τους γονείς τους να την παντρευτεί και να την πάρει μαζί του. Ο πατέρας αντέδρασε αμέσως αρνητικά. Η μάνα, πιο πρακτική, επιστράτευε όλη την λογική της, αντιλαμβανόμενη πως η μοίρα των κοριτσιών της δεν θα εμφανίσει στο μέλλον ενδείξεις αλλαγής, και δεν ήθελε να αφήσει την ευκαιρία αυτή να πάει χαμένη. Ο γαμπρός ήταν πλούσιος, με καλές συστάσεις και δεν είχε σκοπό να αφήσει κανέναν να χαλάσει αυτό το «τυχερό» για την μεγάλη της. Τα κορίτσια προσπάθησαν να επαναστατήσουν, μα τις έπεισε πως η «τύχη» της μεγάλης μπορεί να γίνει προαύλιο για την μικρή, πως θα μπορούσε να πάρει και την άλλη μαζί της και ν’ ανοίξει και η τύχη της μικρής. «Όλα έχουν μια μπρος και μια πίσω πλευρά» της είπε ο άνδρας της και κείνη τα’ βαλε μαζί του «που πάντα ενούνιζε μόνο τ’ άσκεμα » και « εθάρνεν πως κ΄εθέλνεν- εείνος- να ξεκολλήζνε τα κορίτσα τουν ασά πανταλόνε τ »(Πάντα σκέφτεται τα άσχημα και νόμιζει, πως δεν ήθελε να ξεκολλήσουν τα κορίτσια, απ’ τα παντελόνια του).
. Ο γάμος αποφασίστηκε. Το πρώτο δυνατό σοκ για τη Λέγκω. Η Φανή αμήχανη περιφερόταν ανάμεσα στην στεναχώρια και στην περιέργεια για την άγνωστη χώρα και τον άγνωστο άνδρα που κοντά του θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή της. Ο Στέλιος, έτσι τον λέγανε, τις λίγες φορές που κατάφερε να σηκώσει το κεφάλι της και να τον κοιτάξει στο πρόσωπο, της άρεσε, όπως παραδέχτηκε στην αδερφή της. «Όμως δεν ξέρω αν θ’ αντέξω τον καινούριο κόσμο χωρίς εσάς», είπε στη Λέγκω και έκλαψαν αγκαλιασμένες για πολλή ώρα. Όμως επειδή ήταν μια ευλογοφανής προοπτική που επέτρεπε αισιοδοξία, σύμφωνα με αυτά που τους έλεγε ο «Αμερικάνος», και τη θετική έκφραση γνώμης όλων των χωριανών, ενεργοποιούσαν την φαντασία τους και φτιάχνανε τον δικό τους μύθο, πως θα ‘ταν σύντομα πάλι μαζί σε μιαν άλλη χώρα, πως δεν θα ‘ταν αναγκασμένες να πηγαίνουν στα χωράφια και θα μπορούσαν να πάνε και στο σχολείο.
Έτσι έφυγε η Φανή και έμεινε μόνη η Λέγκω δίπλα σε έναν πατέρα που η θλίψη σφράγιζε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, τις κινήσεις του κορμιού του, και μια μάνα που έτρεχε από το ένα χωράφι στο άλλο, κι από τη μια δουλειά στην άλλη, προσπαθώντας να μην δείξει στους οικείους της την αγωνία της για την τύχη της Φανής. Η αγωνία όμως, τρύπωσε από την καμινάδα του μυαλού τους. Για μήνες δεν παίρνανε μήνυμα από την Φανή. Τα χρόνια δύσκολα και οι αλληλογραφίες σπάνιες. Πέρασαν έξη μήνες από την ώρα που έφυγε η Φανή και ξαφνικά ο συγγενής του Στέλιου τους πήγε ένα γράμμα της. Ήταν καλά. Τα πρώτα γράμματά της επιστράφηκαν με την ένδειξη,«άγνωστος παραλήπτης». Ήταν πολύ ευχαριστημένη από τον Στέλιο και τον βοηθούσε στη δουλειά του στο εστιατόριο. Οι υπόλοιποι που δούλευαν στο μαγαζί του ήταν όλοι Έλληνες. Όλοι τους την αγκάλιασαν και τη δέχτηκαν σαν δικό τους άνθρωπο κι έτσι ένιωθε σαν να ήταν στην πατρίδα.
Η ζωή πήρε τον κανονικό ρυθμό για την οικογένεια της και γι’ αυτήν. Χωράφι, καπνά, δουλειές στο σπίτι και μάθημα το βράδυ. Την μονοτονία την έσπαγαν μόνο τα γράμματα της Φανής, που τα περιμένανε με αγωνία και τα διαβάζανε όλοι μαζί το βράδυ, γύρω από το τραπέζι, κάτω από την γκαζόλαμπα.
Η πρώτη πρόσκληση της Φανής, για να πάρει την Λέγκω κοντά της, ήρθε μετά τρία χρόνια, αλλά την άφησε ασυγκίνητη γιατί κάτι καινούριο την αποσπούσε την προσοχή εκείνη την περίοδο. Ένα καινούριο πρόσωπο, που έκανε την εμφάνιση του στο χωριό και την κρατούσε ξάγρυπνη τις νύχτες, δεν της άφηνε να σκεφτεί την «μεγάλη ευκαιρία», όπως έλεγε η μάνα της.
Στο χωριό τους κάθε καλοκαίρι κατασκήνωναν φαντάροι για δυο μήνες. Ανάμεσα σε αυτούς τους φαντάρους που περιφέρονταν μέσα και έξω από το χωριό, η Λέγκω ξεχώρισε ένα αδύνατο παλικάρι, με μοναδικό έμβλημα γοητείας πάνω του το χαμόγελο του. Αυτό την άφηνε ξάγρυπνη τις νύχτες. Άκουσε να τον φωνάζουν Τάσο κι έτσι έμαθε το όνομά του. Από την πρώτη στιγμή που τον είδε κάτι ένιωσε μέσα της. Ήταν σαν η ζωή να της έδινε ένα σήμα και αυτή ήταν υποχρεωμένη να βρει το κλειδί για την ερμηνεία του. «Αυτός είναι», έδειξε η ανάλυση. Το επόμενο βήμα της ήταν να τον γνωρίσει. Δεν ήταν δύσκολο, γιατί οι φαντάροι έρχονταν κάθε μέρα σε επαφή με τους χωρικούς για να αγοράσουν τα αυγά τους, το γάλα, το ψωμί, τις κότες.
Μια τέτοια μέρα που οι γονείς της λείπανε στα χωράφια, ήρθαν δυο φαντάροι να πάρουν αυγά. Ο ένας εκ των δύο ήταν ο Τάσος. Στάθηκε μπροστά του με αμηχανία, ταραγμένη, ένιωθε ντροπή, ανάμικτη με λίγη γλύκα, αλλά και άβολα για τα ρούχα που φορούσε και για τα στραβοπατημένα παπούτσια της. Εκείνος της χαμογέλασε και όλα τα ξέχασε μονομιάς. Τους κάλεσε μέσα μέχρι να πάει στο κοτέτσι να τα μαζέψει. Εκείνοι προτίμησαν να πάνε μαζί της για να την βοηθήσουν. «Μην στεναχωριέσαι» της είπε ο Τάσος «και εμείς από χωριό είμαστε, ξέρουμε».
Σε τρεις μήνες παντρεύτηκε με εκείνο το παλικάρι, που το χαμόγελό του είχε μπει στην καρδιά της και σε τρία χρόνια με το ίδιο χαμόγελο τον έβαλε στο φέρετρο. Σκοτώθηκε με το κάρο, όταν πηγαίνοντας στο χωράφι αφήνιασε ξαφνικά το άλογο από κάτι που δε διευκρινίστηκε ποτέ, αναποδογύρισε το κάρο και βρέθηκε από κάτω του. Του πλάκωσε την καρδιά. Τον βρήκαν κάποιοι χωριανοί μετά από ώρες. Το χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στα χείλη του. Εκείνη την μέρα, λίγο πριν φύγει για το χωράφι του είχε πει, η Λέγκω, πως ήταν έγκυος. Έκανε σαν τρελός. Πήρε το πρόσωπο της στις τεράστιες παλάμες του και τη φίλησε στα χείλη. «Επιτέλους θα έρθει ο γιος μας». Της σήκωσε την μπλούζα και φίλησε τρυφερά την κοιλιά της. «Πρόσεξέ τον μέχρι να γυρίσω». Ήταν τα τελευταία του λόγια. Μετά από κάποιες ώρες της τον φέρανε νεκρό.
------------------Συνεχίζεται
[1] Άστες
[2] Μη γεμίζεις το κεφάλι τους με αέρα, αύριο θα πάνε στο χωράφι
[3] Είδαμε και τα δικά σου κατορθώματα, που όλα τα ξέρεις

Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Συνέχεια Νο 7

Άνοιξε την πόρτα και μου έκανε χώρο να περάσω πρώτη. Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα δεν μου θύμισε το σπίτι που μπαινόβγαινα καθημερινά πριν κάποια χρόνια. Φαινόταν ότι δέχτηκε ολοκληρωτικές αλλαγές. Ένα μεγάλος χώρος, που, μάλλον, έπαιζε το ρόλο της σαλοτραπεζαρίας, της κουζίνας και του καθιστικού. Ένα μεγάλο παράθυρο έβλεπε στην αυλή κι έφερνε το πράσινο των δέντρων και τα χρώματα των μπλε και άσπρων κρίνων μέσα στο σπίτι. Ένας λαδί καναπές με πορτοκαλιά και πράσινα μονόχρωμα μαξιλάρια ακουμπούσε στο δεξί τοίχο, κάτω απ’ το παράθυρο, μπροστά του είχε ένα μεγάλο τετράγωνο τραπέζι από μαόνι με ένα τασάκι γυάλινο ακουμπισμένο πάνω του, δεξιά και αριστερά του τραπεζιού δυο πολυθρόνες δίχως μπράτσα με τα ίδια χρώματα του καναπέ. Από κάτω ένα καφέ τετράγωνο χαλάκι. Από την άλλη πλευρά ήταν ο πάγκος της κουζίνας και σε συνέχεια του πάγκου μια ηλεκτρική κουζίνα με κατεβασμένο το καπάκι της, και ριγμένο πάνω του ένα κεντημένο σεμέν. Πάνω απ’ τον πάγκο υπήρχε μια λευκή καφετιέρα, ένα ξύλο κοπής και ένας δίσκος με τέσσερεις κούπες του καφέ. Στη μέση του χώρου και προς τη μεριά της κουζίνας υπήρχαν τέσσερες καρέκλες ντυμένες με μια απόχρωση του πράσινου, γύρω από ένα ρουστίκ τραπέζι, σε σχήμα ροτόντας. Πάνω στο τραπέζι ένα βάζο με κρινάκια από τον κήπο, μια μεγάλη μασίνα στα αριστερά του δωματίου για τις μέρες του χειμώνα και για τη μαγειρική της, σκέφτηκα, βλέποντας τη στολισμένη ηλεκτρική κουζίνα. Στο βάθος δυο πόρτες, η μια ανοιχτή κι άλλη κλειστή. Έριξα το βλέμμα μου στο ανοιχτό δωμάτιο. Ήταν κρεβατοκάμαρα. Πάνω σ’ ένα διπλό κρεβάτι σκορπισμένα πολλά ασπρόρουχα, που φαίνεται να τα είχε μαζέψει απ’ το σχοινί λίγο πριν. Στο δεξί τοίχο κρεμασμένες πολλές φωτογραφίες μέσα σε απλές, λεπτές κορνίζες. Πλησίασα να τις δω. Όλες οικογενειακές. Τα δυο παιδιά της σε πολλές φάσεις της ζωής τους, εκείνη σε φωτογραφία του γάμου της με τον Σωτήρη, τον άνδρα της, να στέκεται δίπλα της σοβαρός κι αγέλαστος και μια φωτογραφία που απεικόνιζε την ίδια με την Ελένη, τον Τάσο και δίπλα τους μια εκπληκτικά όμορφη κοπέλα που μου ήταν άγνωστη. Σε πρώτο πλάνο βλέπεις και τους τέσσερεις σε ίδιο βηματισμό με το δεξί πόδι προτεταμένο να έχει σχηματίσει το βήμα και το αριστερό διπλωμένο στον αέρα, έτοιμο κι εκείνο να ολοκληρώσει την κίνησή του .Τα κορίτσια γελάνε περπατώντας δίπλα- δίπλα, η Ελένη κρατώντας ένα κλαδάκι στο χέρι της, ίσως από αμηχανία, δίπλα της η άγνωστη φίλη τους κι η Τασούλα που κρατάει με τα δυο της χέρια τον Τάσο από το μπράτσο. «Την έχω κι εγώ αυτή τη φωτογραφία,» λέω,«αλλά δεν ξέρω ποια είναι αυτή;» «Είσαι η δεύτερη που ρωτάς, σήμερα. Είναι η Νίκη». Την κοίταξα παραξενευμένη. «Ποιος άλλος σε ρώτησε;» «Η Ράντου» Την κοίταξα παραξενεμένη. «Γιατί ειδικά γι’ αυτήν;» ρώτησα. «Την εντυπωσίασε η ομορφιά της». Την κοίταξα. «Ήταν πολύ όμορφη. Πολύ περισσότερο απ’ ότι φαίνεται. Είχε κατάμαυρα μακριά μαλλιά, που γυάλιζαν σαν να τα είχε αλείψει λάδι, τεράστια, μαύρα μάτια που ήταν τόσο υγρά, που σου έδινε πάντα την εντύπωση πως ήταν έτοιμη να κλάψει. « Σαν της Ράντου!», είπα και σκέφτηκα αμέσως τα μάτια της κοπέλας που λίγο πριν είχε αποχωρήσει. Η Τασούλα με κοίταξε παραξενευμένη. « Έχεις δίκιο. Όση ώρα ήταν εδώ, είχα την αίσθηση πως κάπου την είχα ξανασυναντήσει. Φαίνεται μου θύμισε την Νίκη». Κοίταξε πάλι τη φωτογραφία. Κάτι πολύ αστείο θα πρέπει να τους έλεγε ο φωτογράφος, γιατί το γέλιο που είναι αποτυπωμένο στις ακίνητες μορφές τους, είναι αυθόρμητο και τόσο γνήσιο, που κοιτώντας τους σου μεταδίδουν την ευθυμία. Η Ελένη, ψηλότερη απ’ όλη την παρέα, φοράει ένα αμάνικο φουστάνι με μικρά λουλουδάκια και με τετράγωνο άνοιγμα στο λαιμό. Το χρώμα του δεν μπορώ να το προσδιορίσω, γιατί η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη. Τα μαλλιά της καστανά, ελαφρά σπαστά, φτάνουν μέχρι τους ώμους της. Το γέλιο της αποκαλύπτει δυο σειρές τέλειας οδοντοστοιχίας. Το κάτω μέρος του φουστανιού της έχει μεγάλες πιέτες και στη μέση φοράει μια ελαστική, μαύρη, φαρδιά ζώνη, που τονίζει την λεπτή της μέση. Στα πόδια της φοράει μαύρα πέδιλα τελείως ίσια. Δίπλα της η Νίκη γέρνει προς το μέρος της και την κρατάει αγκαζέ. Μέτρια στο ανάστημα, με μαλλιά κατάμαυρα, κοντύτερα από της Ελένης, που φουντώνουν γύρω απ’ το λαιμό της. Μια μικρή αφέλεια πέφτει πάνω στο μέτωπο. Τα δέρμα της είναι λευκό και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της καλογραμμένα με δυο τεράστια, γελαστά μάτια. Φοράει ένα πουκάμισο με κοντά μανίκια και δυο μικρές τσέπες πάνω στο στήθος. Η φούστα της μακριά μέχρι τους αστραγάλους, με λίγη σούρα στη μέση. Στα πόδια της κι αυτή φοράει μαύρα πέδιλα. Δίπλα της ο Τάσος, λίγο ψηλότερος από την Νίκη, κοντύτερος από την Ελένη, έχει κοντά μαλλιά τραβηγμένα προς τα πίσω, φοράει άσπρο πουκάμισο φαρδύ με κοντά μανίκια, που οι άκρες του μπαίνουν μέσα σ’ ένα φαρδύ παντελόνι με ψηλή μέση και λεπτή ζώνη. Το ένα χέρι του το έχει στη μέση και στο άλλο είναι κρεμασμένη η Τασούλα, η οποία έχει τα μαλλιά της πιασμένα σε ουρά και φοράει μια μπλούζα κάτασπρη με τεράστιο γιακά που σκεπάζει τους ώμους της. Η μπλούζα μπροστά κουμπώνει με πολλά μικρά, ντυμένα με ύφασμα, κουμπάκια. Η άσπρη φούστα της είναι κλος, άσπρα και τα πέδιλά της. Το δεξί χέρι της που φαίνεται σε κίνηση, ο φακός το θάμπωσε και φαίνεται παραμορφωμένο. Το προσωπάκι της χλομό και αδύνατο, με χαρακτηριστικά ακανόνιστα, με μια σουβλερή μυτούλα όπως και το σαγόνι της. Τα μάτια της καθαρά που δίνουν μια αγαθή και αγνή έκφραση στο πρόσωπό της. Και οι τέσσερεις δείχνουν ευτυχισμένοι. Τα ακίνητα μάτια τους αποπνέουν μια αισιοδοξία. Στο βάθος της φωτογραφίας, πίσω από την παρέα, μικρές ομάδες παιδιών παίζουν ή παρακολουθούν τον φωτογράφο που τραβάει τη φωτογραφία. Πίσω από κείνα φαίνεται η παλιά βρύση του Ξινού νερού φρεσκοασβεστωμένη. Και στο βάθος φαίνονται τα μεγάλα δέντρα της περιοχής. Εκεί που μαζεύονταν σχολεία απ’ όλη την Ελλάδα για τις εκδρομές τους.
«Ήμαστε στο Ξινό» άκουσα τη φωνή της Τασούλας δίπλα μου.« Ήταν δυο μήνες πριν φύγουμε στο βουνό». Πήγε προς την πόρτα και την κλείδωσε. « Δεν θέλω κανείς να μας ενοχλήσει,» είπε. Άφησε το τετράδιο στο τραπέζι, που ως εκείνη τη στιγμή το κρατούσε στο χέρι της. Ασυναίσθητα σκέφτηκα πως η δική της αγωνία για το περιεχόμενο του τετραδίου ήταν μεγαλύτερη από τη δική μου περιέργεια. Καθίσαμε δίπλα- δίπλα στο τραπέζι για να μπορούμε να βλέπουμε κι οι δυο τα γράμματα, που ήταν γραμμένα με μολύβι. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν στρωμένος χωρίς να ξεφεύγουν οι γραμμές του.
------------------------------Συνεχίζεται

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Συνέχεια Νο 6

Ήρθε κοντά μου. «Φοβάσαι;» γέλασε. «Λίγο!». Χώθηκε μαζί μου μέσα. «Γιατί κάνανε τις πόρτες τόσο κοντές και μικρές;» τη ρώτησα. «Ίσως για τα κρύα» είπε σοβαρά. Είχα δίκιο που φοβόμουν. Το σπίτι είναι βυθισμένο στη σιωπή και στη σκόνη, γεμάτο ψιθύρους που μόνο εγώ καταλάβαινα. Οι εικόνες όρμισαν στο άνοιγμα του μυαλού μου σωστή χιονοστιβάδα. Στο τοίχο υπήρχαν τρία παράθυρα που έβλεπαν τα δύο στον κήπο και το ένα στο δρόμο. Δεν υπήρχε ούτε ένα έπιπλο σ’ αυτό το μεγάλο δωμάτιο. Στην απέναντι μεριά στον δεξιό τοίχο μια πόρτα έμενε ερμητικά κλειστή. Την πλησίασα και έπιασα το πόμολο. Άνοιξε κάτω από την πίεση του χεριού μου κι οι εικόνες εναλλάσσονταν μπροστά στα μάτια της μνήμης μου. Στο δεξί τοίχο ένα κρεβάτι- απ’ αυτά που δεν χώρεσαν στο κάρο- δίχως το στρώμα του , μόνο με μια κουρελού που κάλυπτε τις σούστες του. Ένα κρεβάτι διπλό, από εκείνα τα σιδερένια, που στηρίζονταν πάνω σε τέσσερα πόδια από σωλήνες κούφιους και από πάνω για να σκεπάσουν την τρύπα του σωλήνα υπήρχαν κάποια καπάκια από αλουμίνιο βαμμένα σε χρυσό χρώμα με εντυπωσιακά σχήματα. Θυμάμαι πως εκείνα τα καπάκια ήταν για μένα κάτι σαν παιχνίδι. Τα έβγαζα και τα ξανά έβαζα, ακούγοντας τον χαρακτηριστικό, υπόκωφο ήχο που κάνει ο σωλήνας, έτσι όπως κάνανε οι άνδρες με τα παλιά τσακμάκια τους που τα άναβαν και τα έσβηναν για να χαίρονται τον ήχο που έβγαζαν όταν έκλεινε το καπάκι. Δίπλα του μια καρέκλα με ψάθα. Κολλημένο στον τοίχο ήταν ένα μικρό ορθογώνιο τραπέζι σκεπασμένο με ένα πλαστικό, παλιό τραπεζομάντιλο και δυο ίδιες καρέκλες περασμένες κάτω από τα ψηλά πόδια του τραπεζιού. Οι τοίχοι μαύροι από την καπνιά της σόμπας, που έλειπε από τη θέση της. Εκείνην τη χώρεσε στο κάρο η μάνα μου, γιατί ήταν χρειαζούμενη εκεί που θα πηγαίναμε.
Έκλεισα τα μάτια μου κι ανάσανα εκείνο το σκοτεινό οικείο αέρα. Τις μυρωδιές της παιδικής μου ηλικίας. Ένιωσα δίπλα μου την Τασούλα. Ήθελα να δώσω λίγο χρόνο στον εαυτό μου να πάρει βαθιές ανάσες για να χαλαρώσει τους μυς της πλάτης μου που με έσφιγγαν σαν μέγγενη. Η Τασούλα κάθισε στην καρέκλα που ήταν δίπλα στο κρεβάτι. «Σαν νάταν τότε, δεν άλλαξε τίποτα εδώ μέσα.» Είπε κι εγώ συμφώνησα γιατί πράγματι αυτά τα δυο δωμάτια σαν να είχαν χτιστεί με πιο καλά υλικά. Ήταν όρθια. Όλα ανέπαφα απ’ τον χρόνο. Μόνο σκόνη στα δυο τρία έπιπλα. Τι σκόνη δηλαδή, Σαν κάποιος να τα πασπάλισε με χώμα. Στο δωμάτιο αυτό κοιμόμουν μαζί με τη μαμά, στο ίδιο κρεβάτι. Κάποιες εικόνες που μου έρχονται στο μυαλό να κοιμάμαι μόνη μου, δεν θυμάμαι σε ποιες περιπτώσεις συνέβαινε αυτό και κάτω από ποιες συνθήκες. Κάθισα στην άκρη του.
«Τι ωραίο αυτό το έπιπλο!», η Τασούλα δίπλα μου θαύμαζε τη σιφονιέρα. Το τρίτο και τελευταίο έπιπλο του δωματίου. Το κοίταξα και αναρωτήθηκα πώς αυτό το υπέροχο κομμάτι το αφήσαμε εδώ, μέσα σ’ αυτό το ερείπιο με την ανοιχτή πόρτα και κυρίως πώς ποτέ δεν ενδιαφερθήκαμε να το μεταφέρουμε κάποια στιγμή. «Έτσι που φύγατε κυνηγημένοι και φοβισμένοι, απασχολημένη η μάνα σου με το έργο της επιβίωσής σας, το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόταν ήταν να κουβαλήσει έπιπλα, μόνο για την ομορφιά τους. Πήρε ότι νόμιζε πως χρειαζόσασταν.» Η απάντησή της Τασούλας, στην απορία μου. « Η κυρία θέλει πολύ να το αγοράσει» είπα. «Ποια, καλέ; Η Ράντου;» Κούνησα το κεφάλι μου. «Αυτή θέλει το σπίτι, από ότι μου είπε». Στεκόμασταν κι οι δυο μπροστά στη σιφονιέρα. Την κοίταξα στα μάτια. «Μάλλον, κατάλαβε πως θα δυσκολευτεί να με πείσει να το πουλήσω,» είπα και στ’ αλήθεια δεν περίμενα την αντίδρασή της. Με άρπαξε στην αγκαλιά της και με έκανε γύρους. Μετά απότομα σταμάτησε και με κοίταξε. Τα μάτια της είχαν θολώσει από συγκρατημένα δάκρια. Καλή μου Τασούλα! «Ήμουν σίγουρη πως δεν μπορούσες να το δώσεις, έτσι αβασάνιστα. Αν εσύ δεν έζησες πολλά χρόνια στο χωριό, το σπίτι είναι γεμάτο από ιστορίες που θα τις συναντήσεις κάποια στιγμή, τυπωμένες στην ιστορία αυτού του τόπου. Μπορεί να μην αναφέρονται στο χωριό μας ακριβώς, αλλά οι ιστορίες που θα διαβάζουμε θα είναι σαν αυτές που έζησε το χωριό, που έζησε όλη η Ελλάδα» Τα χέρια της με έσφιγγαν πάνω της. Ήταν φανερό πως ήταν πολύ συγκινημένη. Ξέφυγα μαλακά από τον κλοιό των χεριών της. Της έδειξα το τετράδιο, που μέχρι τότε μου έκαιγε το χέρι. «Τι είναι αυτό;» κοίταζε το απλωμένο χέρι μου. Πήρε το τετράδιο στα δικά της. «Φωνή από τον τάφο», είπα. Το άνοιξε και είδα το πρόσωπό της να χλομιάζει. Τα μάτια της είχαν ανοίξει για να χωρέσουν τις εικόνες που καταιγιστικά δίνανε, φαίνεται, το παρόν μέσα της. « Τα γράμματα της Ελένης», είπε κι ένιωσα να ανατριχιάζω. Με κοίταξε. «Που το βρήκες;» «Η Ράντου» της είπα και της τα διηγήθηκα όλα δείχνοντας τη στοίβα τα βιβλία που είχε πάνω στη σιφονιέρα. Οι φωνές μας έγιναν εδώ κι ώρα ψιθυριστές. Το αδύνατο, τρεμάμενο φως που διείσδυε από το μικρό, βρώμικο παράθυρο, πρόσδιδε στην ατμόσφαιρα του δωματίου κάτι τρομακτικό. «Είσαι βέβαιη;» Η ερώτηση, που ειπώθηκε ψιθυριστά, θαρρείς δυνάμωσε την πυκνότητα της σιωπής. Ολόκληρη η ύπαρξή μου συρρικνώθηκε στ’ αυτιά μου για ν’ ακούσω την απάντησή της. « Όπως με βλέπεις και σε βλέπω.» Τα χέρια της είχαν μια νευρικότητα και ένα ελαφρύ τρέμουλο. « Θα με αφήσεις να το διαβάσω;» Η φωνή της ακούστηκε δισταχτική.
Η Τασούλα ήταν η φίλη της Ελένης. Μαζί μεγάλωσαν, μαζί πήγανε στο σχολείο, μαζί αργότερα χανόντουσαν για μέρες στα βουνά της Μακεδονίας, για το φόβο των Γερμανών. Αυτές είχαν ξεσηκώσει και τον γιο της Λέγκως, από δίπλα, να ανέβει στο βουνό. Ήταν κι αυτός σύντροφος των παιδικών παιχνιδιών τους. Οι τρεις τους ήταν πολύ αγαπημένοι.
« Θα το διαβάσουμε μαζί» της είπα κι εκείνη μη μπορώντας να συγκρατηθεί έκλαψε σαν μικρό παιδί. Σοκαρίστηκα στην εικόνα της κλαμένης Τασούλας. Την αγκάλιασα νιώθοντας τη ζεστασιά της, τα χρώματα αγάπης που εξέπεμπε «Καλύτερα να πάμε στο σπίτι σου» είπα και σκούπισα με την άκρη της παλάμης μου τα δάκρια. Με ακολούθησε και βγήκαμε από το σπίτι τραβώντας την πόρτα κι ακούγοντας πάλι τον απαίσιο ήχο της.
-----------Συνεχίζεται