Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Συνέχεια Νο 19

Τασούλα
Το τετράδιο είχε άλλα τέσσερα φύλλα κενά. Πρόσεξα τα χέρια της Τασούλας, έτρεμαν ελαφρά. Κατέβασε τα γυαλιά από τα μάτια της και τα στήριξε πάνω στο κεφάλι της. Έτριψε τα μάτια με τις παλάμες της. «Δεν πρόλαβε να φύγει την άλλη μέρα», είπε, «την έπιασαν φρικτοί πονοκέφαλοι και ανέβασε υψηλό πυρετό. Οι γονείς σου την πήγανε στο Νοσοκομείο του Κιλκίς. Είχε μπει στην τελευταία παράγραφο της ζωής της, αλλά εμείς δεν το υποψιαζόμασταν.»
Η σκέψη ήταν οδυνηρή, σήκωσε το χέρι της μπροστά απ’ το πρόσωπό της σαν να ‘θελε να διώξει ένα ενοχλητικό έντομο. Σηκώθηκε τραβώντας την καρέκλα της προς τα πίσω. « Νομίζω πως μας χρειάζεται ένας ζεστός καφές», προχώρησε προς τον πάγκο της κουζίνας. Τα χέρια της δούλευαν μηχανικά. Γέμισε την κανάτα με νερό και την άδειασε στην μηχανή του καφέ. Άνοιξε ένα βάζο και μέτρησε τρεις κουταλιές καφέ που τις έριξε μέσα στο φίλτρο, που ήταν έτοιμο στην ειδική υποδοχή της καφετιέρας, πάτησε το κουμπί και άναψε το φωτάκι. Είχαμε στυλώσει κι οι δυο, το βλέμμα μας στην τρύπα από όπου θα άρχιζε να χύνεται ο καφές. « Εκείνο το βράδυ που πέθανε η Ελένη, εγώ το είδα στον ύπνο μου», είπε, « ήταν κοντά μεσάνυχτα κι είχε πιάσει να βρέχει όταν ξύπνησα μες τη νύχτα μούσκεμα, με τα μαλλιά μου λουσμένα στον ιδρώτα, κοντανασαίνοντας. «Ήταν όνειρο», σκέφτηκα με ανακούφιση και σε λίγο με ξαναπήρε ο ύπνος. Ξύπνησα από μια τρομερή κραυγή. Ήταν της μάνας σου. Και μετά ακολούθησαν σπαρακτικά ουρλιαχτά. Τρομοκρατήθηκα και μισοσηκώθηκα στο κρεβάτι. Οι κραυγές κι οι λυγμοί ακούγονταν πολύ δυνατά, σαν έξω απ’ την πόρτα μας. Είδα τη μάνα μου να πετιέται απ’ το κρεβάτι- ο μπαμπάς μου ήταν στο βουνό-, έβαλε τη ζακέτα της πάνω απ’ το νυχτικό, «Αση Αναστασίας κες ακούετεν! Ωι! να ιλλί εμέν»,( Απ’ της Αναστασίας ακούγεται; Αλίμονο μου!) και χωρίς να περιμένει απάντηση άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε. Κοίταξα το μικρό ρολόι πάνω στο τραπέζι. Η ώρα ήταν πέντε. Σηκώθηκα γρήγορα, έβαλα κι εγώ τη ζακέτα μου και βγήκα ξυπόλητη στην αυλή, ανατριχιάζοντας με την αίσθηση της παγωμένης και υγρής γης, απ’ το πρωινό πούσι, στα πόδια μου. Οι συγκλονιστικοί, ποντιακοί, αλαλαγμοί ακούγονταν απ’ τον μαζεμένο κόσμο μπροστά στο σπίτι σας. Το τρεμάμενο φως της λάμπας, που ήταν ακουμπισμένη πάνω στο βαρέλι, έξω στην αυλή, φώτιζε τις ανάσες των ανθρώπων σχηματίζοντας γύρω απ’ τα πρόσωπά τους μικρά άσπρα συννεφάκια, που εμφανίζονταν κι εξαφανίζονταν αμέσως. « Η Ελένη,» είπα μέσα μου και ο βραδινός εφιάλτης ξαναζωντάνεψε στο μυαλό μου. Έτρεξα στο σπίτι σας με τη βεβαιότητα πια, πως κάτι μη αναστρέψιμο είχε γίνει. Ήταν Πρωταπριλιά και ήταν σαν ψέμα ».
Η κανάτα είχε γεμίσει. Γέμισε τις δυο κούπες. Τις ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά μου και ξανάκατσε. Πήρε στα χέρια της το τετράδιο και το ακούμπησε στο στήθος της. « Το φαντάζεσαι; Ονειρεύτηκα το θάνατό της!». Άφησε το τετράδιο και έπιασε την κούπα με το ζεστό καφέ στη χούφτα της ρουφώντας την πρώτη γουλιά. Ρούφηξα κι εγώ απ’ τον δικό μου. Ο καυτός καφές μας ηρέμησε λίγο. « Πες μου τι θυμάσαι για την Ελένη», την παρακάλεσα. Με κοίταξε. Ανίχνευσα εκείνα τα μάτια. Στο πρόσωπό της ζωγραφίστηκε το χρώμα ενός πόνου που, μάλλον δεν έφυγε. Σηκώθηκε με την κούπα στο χέρι της και τράβηξε την κουρτίνα απ’ το παράθυρο. Κοίταξα κι εγώ έξω παραξενευμένη. Η βροχή όρμισε ξαφνικά, δίχως κεραυνό χωρίς προειδοποίηση. «Κι εκείνη τη μέρα, έτσι ξαφνικά ήρθε η βροχή. Σαν να ήθελε να συμβάλει στο πένθος του χωριού». Γύρισε πάλι κοντά μου και ακούμπησε τον καφέ στο τραπέζι. Με κοίταξε, «γι’ αυτά δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν», μου είπε κι έκατσε.
«Στην αρχή, ήταν η ζήλεια που ένιωθα για τους δυο τους, που ήταν αγαπημένοι και τόσο ταιριαστοί. Για την Ελένη και τον Τάσο, λέω. Ήταν κι δυο δυνατοί, τολμηροί-παράτολμοι, πολλές φορές-, ευαίσθητοι με τα ίδια πράγματα και την ίδιες υπερβολικές δόσεις ιδεολογίας, ζωντανοί, απίθανα ενεργητικοί. Μεταφέρανε τα τσουβάλια με το σιτάρι ή το αλεύρι, πάνω στους ώμους τους. Έσκαβαν και φύτευαν τη γη μαζί. Μια τη δική σας γη μια της Λέγκως. Σαν δυο άνδρες, φίλοι. Έτσι έβλεπε την Ελένη ο Τάσος. Ήταν ο καλύτερος του φίλος. Όπως και για εκείνη, ο Τάσος, ήταν η καλύτερη της φίλη. Ακόμα κι οι σιωπές τους, όταν τους κοιτούσα από το παράθυρό μας να κάθονται κάτω απ’ το δέντρο και να χαζεύουν το βάθος του δρόμου δίχως να μιλούν μεταξύ τους, ακόμα κι εκείνες οι σιωπές ήταν ασύλληπτα ενωτικές. Ακολουθούσε ο ένας τον άλλον, όπως ο σκύλος τ’ αφεντικό του. Όσο ήμασταν μικροί, τους παρακολουθούσα από την ανοιχτή πόρτα του αχερώνα σας να παίζουν και να κυνηγιούνται, ρίχνοντας άχυρα ο ένας στον άλλον ή τρώγοντας ξερά φρούτα, που η μάνα σας αποθήκευε για το χειμώνα. Αργότερα, μεγάλοι πια, τους παρακολουθούσα ξαπλωμένους κάτω απ’ τη μεγάλη φτελιά να μιλάνε και να πειράζονται ή καθισμένους πάνω στα άχυρα, στο εσωτερικό του αχερώνα, με τις κίτρινες χρυσαφένιες ακτίνες του ήλιου να μπαίνουν από τα χωρίσματα της λαμαρινένιας σκεπής και να πέφτουν πάνω τους.» Με κοίταξε με πόνο. «Τους ζήλευα αφόρητα, ζήλευα τη σχέση τους. Τότε ήμουν για εκείνους η γειτόνισσα, η συνομήλικη τους, ένα κορίτσι σαν όλα τα κορίτσια του χωριού. Πολύ αργότερα, λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στο χωριό, την περίοδο του Αλβανικού πολέμου, μας ένωσε η αδικία εναντίον της χώρας μας, κυρίως την περίοδο των Γερμανών. Ήταν η περίοδος που είχαμε γίνει μια γροθιά οι τρεις μας. Πολύ αργότερα μπήκε στην παρέα μας κι η Νίκη. Ήταν οι εποχές που ήμασταν σίγουροι πως οι αγώνες μας θα κερδηθούν. Τότε δεν φανταζόμασταν ότι θα γερνούσαμε και δεν θα βλέπαμε, παρά ελάχιστους αγώνες να κερδίζονται. Παρ’ όλα αυτά τις νοσταλγώ τις μέρες εκείνες, νοσταλγώ τις δυνατές συγκινήσεις που μας εμπότισε η είσοδος των Γερμανών στη χώρα μας, τεντώνοντας την ευθικτότερη χορδή μας και νιώθω θλίψη για τη σημερινή ψυχική στείρωση που μας κατέχει. Εκείνο τον καιρό άρχισαν να γεννιούνται μέσα μου συναισθήματα για τον Τάσο». Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο ροζ τετράδιο. «Δεν φανταζόμουν ότι τα ίδια αισθήματα μπορούσαν να διατρέχουν και την ψυχή της Ελένης. Όπως, φαντάζομαι, πως κι εκείνη δεν υποψιάστηκε κάτι για μένα. Δεν ήταν εποχή που διαλαλούσε κανείς τα συναισθήματά του. Την ιστορία της Νίκης με τον Τάσο μου την είπε μέσα στο νοσοκομείο, τις μέρες εκείνες που υποψιάστηκε πως δεν θα μπορούσε να φανεί συνεπής με την υπόσχεσή που είχε δώσει στον Τάσο, σχετικά με τη Νίκη, γιατί οι διαπεραστικοί πονοκέφαλοι που την έπιαναν καθημερινά και συνεχίζονταν χωρίς διάλειμμα για μέρες, δεν την άφηναν περιθώρια για να σκεφτεί τίποτα άλλο.
«Νιώθω, κάποιες φορές, τον θάνατο να καλπάζει πάνω μου», μου είπε ένα βράδυ «τον νιώθω να με σφίγγει το σώμα τόσο που εμποδίζει τον αέρα να μπαίνει μέσα μου και τότε φοβάμαι. Όσο ήμασταν στο βουνό, δεν θυμάμαι ποτέ να τον φοβήθηκα, νομίζω πως δεν τον σκέφτηκα, καν. Ή μήπως εκεί πάνω, τον θεωρούσαμε φυσιολογικό, αποδεχτό, ίσως. Μια φυσική εξέλιξη, που μπορεί να ήταν χωμένη στο βάθος του μυαλού μας και απλώς δεν τη βγάζαμε στο φως». Το κορμί της φλογιζόταν από τον πυρετό, τα μάτια της γυάλιζαν τεράστια από την απορία. Οι λυγμοί της συγκλονιστικοί. Το πρόσωπό της, ταλαιπωρημένο από τον πόνο, αποστεγνωμένο από την αρρώστια, η βραχνή φωνή της σ’ εκείνους τους λυγμούς που έμοιαζαν με κλάμα μικρού παιδιού, η παράκληση στους γιατρούς, « είμαι πολύ νέα για να μ’ αφήσετε να πεθάνω» κι η απορία της, «είναι δυνατόν να πεθάνω στα δεκαεννιά μου χρόνια μέσα σ’ ένα νοσοκομείο;» « Μη λες ανοησίες», της έλεγα. «Μια αρρώστια είναι, θα περάσει, θα το δεις». Το πίστευα στ’ αλήθεια. Ούτε για μια στιγμή, εκείνες τις πρώτες μέρες, δεν πέρασε απ’ το μυαλό μου το ενδεχόμενο του θανάτου της. « Πρέπει να βοηθήσεις τη Νίκη», μου είπε κάποια στιγμή. «Έμεινε μόνη τώρα, φαντάζεσαι πως θα νιώθει;» Έκανε ένα μορφασμό πόνου και έπιασε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια. Ένιωθε ένα σφυρί να χτυπάει το αμόνι του μυαλού της και κάθε λίγο βογκούσε. «Τι έπαθε η Νίκη;» ρώτησα. Τότε μου τα είπε όλα. «Νομίζω πως ετοιμάζει μια λάθος κίνηση, μια επανάσταση εναντίον της μοίρας της», συμπλήρωσε στο τέλος, «θέλει να κρατήσει το παιδί.» Βόγκηξε πάλι. «Πρέπει να τη σταματήσουμε».
Πέρασαν αρκετές μέρες και δεν μπορούσα ούτε να σκεφτώ να πάω την Νίκη, γιατί το μόνο που με απασχολούσε ήταν η Ελένη, που η ματιά της με έδιωχνε, δεν άντεχε να βλέπει τη συμπόνια μου. Είχα συνειδητοποιήσει πια ότι θα τη χάναμε. Το έβλεπα μες τα μάτια της κάθε μέρα. Ο θάνατος έμοιαζε να κυκλοφορεί μέσα σε κείνα τα τεράστια μάτια και να μεταφέρεται σε όλο το κορμί της γρήγορα, όπως μεταφέρεται, μέσα απ’ τον υδραγωγό, το νερό. Το έβλεπα και στα μάτια του πατέρα σου, που καθισμένος στο προσκέφαλο της, όλη τη μέρα κι όλη τη νύχτα, να κοιτάζει το πρόσωπό, τα μαύρα μακριά της μαλλιά χυμένα πάνω στο μαξιλάρι, τα χέρια της με τα μακριά υπέροχα δάχτυλα απλωμένα κατά μήκος του κορμιού της. Πότε- πότε τα έπιανε και τα έτριβε μέσα στις τεράστιες, δουλεμένες παλάμες του. Άλλες φορές έσκυβε και ακουμπούσε πάνω τους τα χείλη του. Άλλες φορές, αδέξια τα χέρια του προσπαθούσαν να ισιώσουν το σεντόνι πάνω στο πονεμένο σώμα της, ισιώνοντας τις ζάρες που σχηματίζονταν πάνω της. Κι ύστερα σηκώνονταν σιγά- σιγά και μάκραινε απ’ το κρεβάτι της με βήμα νεκρό, τα μάτια του τεράστια, θολά από τα δάκρυα, το πρόσωπό του ξέθωρο μέσα στο μισοσκόταδο του δωματίου, ίδιο με το στοκαρισμένο τοίχο του θαλάμου, κρεμούσε τα χέρια του στα πλευρά του, άλλοτε τα τρίβε πάνω στο παντελόνι του, πότε την παλάμη και πότε την ανάστροφη. Τα μάτια της Ελένης τον ακολουθούσαν και δάκρια κυλούσαν απ’ την άκρη του ματιού της και κρύβονταν μέσα στα πυκνά μαλλιά της.
Η μάνα σου ακίνητη στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι της, καταρρακωμένη με τα χέρια παράλυτα, παρακολουθούσε τα μάτια της, δυο φλόγες, πια, που φωτοβολούσαν για λίγα δευτερόλεπτα κι έπειτα έσβηναν σαν να περνούσε ανεμόσυρμα και τα φύσαγε.
Ένα πρωί, σαν αστραπή, η φήμη του βιασμού της Νίκης, μπήκε στα σπίτια μας και μας πάγωσε όλους. Ήταν πρώτη φορά που οι χωριανοί καλούνταν να αντιμετωπίσουν ένα γεγονός βίας, που δεν είχε σχέση με τον πόλεμο, με τα χωράφια, με τα ζώα. Στο χωριό δεν συνέβη ποτέ περιστατικό παρόμοιο που να είχε σχέση με την ηθική. Η οργή θέριεψε μέσα τους και τους έπνιγε. Η μάνα μου χτυπιώταν και μουρμούριζε όλη τη μέρα για, « το ορφανόν που εντόκενα (το χτύπησε) η μοίρα», για «το σσκυλίν που εφέκαμα αδέσποτον ν’ αλωνίζ χωρίς να επορούμε να κρεμάνουμα σην πλατείαν,» (το σκυλί που το αφήνουμε αδέσποτο ν’ αλωνίζει, χωρίς να μπορούμε να το κρεμάσουμε στην πλατεία), για «η σσκύλαν που εγέντσεν αήκον θερίον, κακόχρονον ν’ εσχ»,(τη σκύλα που γέννησε τέτοιο θηρίο, κακόχρονο να ’χει), «σκατά σην ψυν τ’ αποθαμέντσας που εφέκεν δύο οφίδε σο χωρίονε μουν.» (σκατά στην ψυχή της πεθαμένης, που άφησε δυο φίδια στο χωριό μας), εννοώντας τη γριά που τους είχε αφήσει την περιουσία της. Το ίδιο βράδυ πήγα να τη δω. Έβρεχε καταρακτωδώς Ο αέρας που είχε σηκωθεί ξαφνικά, ανακάτευε σύννεφα, στάλες βροχής, ψίθυρους και βογκητά της νύχτας. Απόφυγα τον κεντρικό δρόμο, που μπορούσαν να με δουν και πήρα το μονοπάτι μες τα δέντρα που σχημάτιζαν κινούμενες σκιές και το θρόισμά των φύλλων από τη βροχή, δημιουργούσε θορύβους ύποπτους που με τρόμαζαν. Ήταν όμως εκείνη τη στιγμή, ο πιο ασφαλής δρόμος για μένα και με μια παράκαμψη θα βρισκόμουν στο σπίτι της Νίκης. Τα ρούχα μου είχαν γίνει μούσκεμα. Μέσα στο παχύ σκοτάδι και με τη βροχή να μου μαστιγώνει το πρόσωπο, αντίκρισα σε λίγα λεπτά την πόρτα του κήπου. Μπήκα και ασυναίσθητα έστησα αυτί για ν’ ακούσω το γαύγισμα του Αζόρ. Από νωρίς είχα μάθει από την μάνα μου πως τον είχαν σκοτώσει, αλλά εκείνο το σκυλί ήταν μέρος της ζωής της Νίκης. Τμήμα του κήπου της, κομμάτι του εαυτού της. Πάντα τους έβλεπες μαζί. Πρώτα έσκαγε μύτη ο Αζόρ και από πίσω, πριν καλά- καλά σκεφτούμε, «έρχεται η Νίκη», εμφανιζόταν εκείνη κι εμείς γελούσαμε. Άγγιξα το πόμολο της εξώπορτας κι εκείνη αμέσως υποχώρησε. «Νίκη», φώναξα. Το κίτρινο φως της λάμπας φώτιζε το μαζεμένο κορμί της πάνω στο ντιβάνι. Το κεφάλι της γερμένο στο πλάι έδειχνε σαν να την είχαν απαγχονίσει. Τα τεράστια μάτια της με παρακολουθούσαν χωρίς να δείχνουν αν με είχαν αναγνωρίσει. «Νίκη», ξανάπα και πήγα κοντά της. Τραντάχτηκε το σώμα της, συσπάσθηκε το πρόσωπό της. Ξαφνικά μ’ αναγνώρισε, μου έτεινε τα χέρια της κι εγώ έτρεξα κοντά της. Γαντζώθηκε πάνω μου βγάζοντας απ’ τον στόμα της έναν ήχο πληγωμένου ζώου. Έκατσα δίπλα της αμίλητη, αγκάλιασα το κορμί της που έτρεμε μες τα χέρια μου. Το πρόσωπό της ήταν τόσο εύθραυστο που νόμιζα πως θα έσπαγε αν το ακουμπούσα. Το δέρμα της χλωμό κι η όψη του αρρωστιάρικη. Οι λυγμοί φούσκωναν ασταμάτητα στο λαιμό της. «Γιατί δεν βάζεις το σύρτη από μέσα;» τη ρώτησα. «Τι άλλο μπορεί να με κάνει;» ψιθύρισε. « Ποιος ήταν;» τη ρώτησα μ’ όλο που ήξερα την απάντηση. « Ο Σπυράκος», απάντησε.
Δεν μου μίλησε για εκείνο το βράδυ. Το μόνο που μου είπε ήταν πως έπρεπε να φύγει, «γιατί όταν ένας άνθρωπος σκοτώνει ένα ζώο δεμένο που δεν μπορεί να τον πειράξει, πρόκειται για τέρας και δε θα μ’ αφήσει σε ησυχία. Ξέρει και για το μωρό».
Η Τασούλα ρούφηξε μια γουλιά απ’ τον καφέ της. «Ο Αζόρ την πόνεσε πολύ. Σε δύο μέρες και λίγο πριν πεθάνει η Ελένη, εκείνη το έσκασε απ’ το χωριό».

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Συνέχεια Νο 18

Η πομπή ξεκίνησε, αυτή τη φορά δίχως την Πηνελόπη, με το κάρο μπροστά να τρίζει, ο θόρυβός του δεν μπορούσε να κινήσει υποψίες, γιατί αυτές τις ώρες πήγαιναν στα καπνά. Έτσι το κάρο με τον Χρίστο και τον Γεράσιμο, πέρασε μπροστά απ’ την κοινότητα κι οι υπόλοιποι πήραμε το κακοτράχαλο μονοπάτι για το σπίτι της Λέγκως. Εγώ από πίσω, ανάμεσα στις φεγγαρίσιες σκιές και στις σκιές των δέντρων που έφραζαν τον δρόμο απ’ τα δυο πλαϊνά, τον ξέρεις, στενός μόλις που χωράει ένα κάρο, ακολουθούσα την πομπή και αναλογιζόμουν πόσα είχαν αλλάξει μετά το θάνατό σου. Πηγαίναμε όλοι μαζί στο σπίτι της Λέγκως, γιατί κανείς δεν ήθελε να πάει στο δικό του. Μπορεί όλοι να είχαν ανάγκη τον ύπνο, αλλά κανείς δεν ήθελε να πάει στο σπίτι του, μισοπεθαμένοι απ’ την αγωνία και τον φόβο τους, γιατί συνειδητοποίησαν τι είχαν κάνει λίγο πριν, συλλογιζόμενοι αυτό που θα ακολουθούσε μόλις ο Σπυράκος ανακάλυπτε την εξαφάνιση της μάνας του. « Τιδέν κι’ ειδαμε, ότι κι αν φτάνε μας. Κι πορούν να κατηγορούν όλο το χωρίον. Ούλ μαζί. (Δεν είδαμε τίποτα, ότι κι αν μας κάνουν. Δεν μπορούν να κατηγορήσουν όλο το χωριό, ενωμένοι!)», αποφάσισαν.
Κανέναν δε συναντήσαμε στο δρόμο, αυτό θα ήταν αδύνατο, γιατί θαρρώ όλο το χωριό ήταν η πομπή που έθαψε τη νεκρή. Η μάνα σου κι η Σπυριδούλα περίμεναν στο σκοτάδι. Ο Χρίστος, που είχε αφήσει το κάρο του έξω από το σπίτι, τις πλησίασε. «Ετέλεψεν. (Όλα τέλειωσαν)», απευθύνθηκε στη μάνα σου που τον κοίταξε για μια στιγμή με μάτια βαθιά σαν πληγές και μας άφησε και μπήκε στο σπίτι. Κανένας δεν έφευγε, σαν μέσα σε εφιαλτικό όνειρο, στεκόμασταν στριμωγμένοι σιωπηλοί και ακίνητοι κάτω από το φως του φεγγαριού, μέσα στην αυλή, δεκάδες στητές σκιές, σαν μια συγκέντρωση φαντασμάτων. Οι άνδρες κρατώντας τα καπέλα τους σφιχτά μες τα χέρια τους πίσω από την πλάτη ή μπροστά τους και με τα κεφάλια σκυφτά να κοιτάζουν τα καπέλα ή καταγής με αμηχανία, πέρασαν το υπόλοιπο της νύχτας στην αυλή. Οι γυναίκες έκαναν παρέα στην αμίλητη Λέγκω.
29-10-42 . Στο μυαλό μου έχω εκείνη την εικόνα και μόνο, την προβάλω ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Την γυρίζω προς τα πίσω, προς τα μπρος και πάλι προς τα πίσω.
30/10/42 « Ένα βράδυ, που ο πατέρας μου ήταν στο πίσω δωμάτιο του σπιτιού, με άνδρες από το χωριό μας και τα γύρω χωριά, για ν’ αποφασίσουν πως θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσουν κάποια προβλήματα με τα χωράφια και με τις πιέσεις της Αστυνομίας του Κιλκίς, προσπαθώντας να τους πείσει για το πόσο σημαντικό είναι να είναι όλοι τους ενωμένοι, έδωσε μια βέργα από ξύλο σε έναν απ’ τους παραβρισκόμενους και του ζήτησε να την σπάσει. Εκείνος παραξενευμένος, την έσπασε. Κατόπιν του έδωσε δέκα βέργες μαζί και του ζήτησε πάλι να τις σπάσει όλες μαζί. Ο άνδρας δεν τα κατάφερε. «Ελέπετε; (Είδατε;)» τους είπε, «έναν έναν α τσακώνεμας, ούλτς μαζί κι ά πορούνε, όταν πολλοί γουζέβνε ίνετεν επανάσταση, αγλήγορα α γρικούμα. (έναν- έναν θα μας τσακίσουν, όλους μαζί δεν θα τα καταφέρουν. Η δύναμη των πολλών είναι επανάσταση, γρήγορα θα το αντιληφθούμε)». Ήμουν, τότε, δώδεκα χρόνων και κρυφοκοίταζα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Πόσες φορές, αυτές τις παρανοϊκές μέρες, θυμήθηκα εκείνα τα λόγια.
Τα γερμανικά αμάξια εμφανίστηκαν το απόγευμα της άλλης μέρας στο χωριό από την κατεύθυνση που τα περιμέναμε. Σταματήσανε μπροστά στο σπίτι της Βασιλικής. Πρώτος πετάχτηκε από μέσα ο Σπυράκος και σχεδόν ταυτόχρονα βγήκε από την άλλη πόρτα ο Χάιντριχ. Από πίσω τους κατέβηκαν και άλλοι τρεις από το πρώτο αμάξι κι άλλοι πέντε από το δεύτερο. Ο Σπυράκος χειρονομούσε αναστατωμένος έχοντας στο πλάι του τον φίλο του. Άνοιξε την πόρτα και έκανε στην άκρη να μπει πρώτα ο Γερμανός. Ακολούθησε εκείνος φωνάζοντας, «μάνα». Οι άλλοι έμειναν από έξω παρατηρώντας τα δύο διπλανά σπίτια που φαίνονταν ακατοίκητα. Από τα κλειστά παράθυρα με τις κουρτίνες οι κάτοικοί τους παραφύλαγαν την κάθε κίνηση των Γερμανών. Στο σπίτι του Χρίστου διακρινόταν κάποια κίνηση. Κάποιος αράδιαζε τα ξύλα κάτω από το μικρό λαμαρινένιο υπόστεγο. Στο διπλανό σπίτι απ’ του Χρίστου που έμενε η χήρα του Καστέλου ένα αγόρι- μάλλον δικό της-, έκοβε λαχανικά από τον κήπο τους. Απέναντι που είναι το σπίτι του Γεράσιμου, κάπνιζε η καπνοδόχος και κάποιες σκιές περνούσαν κάθε τόσο πίσω από την διαφανή κουρτίνα. Εκείνη τη νύχτα γύρισαν απ’ όλους, ανάκριναν τους χωριανούς και έψαξαν τα σπίτια μας. Μόνο στο δικό σας σπίτι δεν πήγε κανείς. Εγώ κρύφτηκα στο καταφύγιο της Θυμίας. Την Πηνελόπη, κανείς δεν την είχε δει. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Δεν τη βρήκανε, κι όταν δεν υπάρχει πτώμα δεν υπάρχει ούτε δολοφόνος.
31/10/42. «Σου έχω νέο. Η μάνα μου περιμένει κι άλλο παιδί!! Για φαντάσου! Παιδί στα σαράντα της; Δεν ξέρω αν πρέπει να θυμώσω ή να χαρώ!»
2/11/42 Αύριο φεύγω για το βουνό. Δεν θέλω να μείνω άλλο στο σπίτι. Ο βήχας μου είναι καλύτερα. Μόνο το κεφάλι μου δεν λέει να περάσει. Μέσα του σαλεύουν σκιές και κομματιασμένες σκέψεις. Νιώθω ανεπανόρθωτα μόνη. Το τετράδιο θα το κρύψω μέσα στους Άθλιους- υπέροχο βιβλίο!-γιατί δεν θέλω να το πάρω μαζί μου. Πρέπει να σου εμπιστευτώ πως ανεβαίνω με κακά προαισθήματα. Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. Θα τα ξαναπούμε όταν γυρίσω. Νιώθω ορφανή χωρίς εσένα! Αχ βρε Τάσο!»

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

Συνέχεια Νο 17

Εξακολουθούσαμε να περπατάμε, σε μια κίνηση υπνωτική, σαν σε όνειρο, ακριβώς πίσω από τις σκιές των έξη ανδρών που κρατούσαν την Πηνελόπη μέσα σε απόλυτη σιωπή και με εκπληκτική ταχύτητα. Προχωρούσαν με βήμα ρυθμικό, δίχως να δείχνουν καμιά κούραση, λες και το φορτίο τους ξεκούραζε αντί να τους κουράζει. Απόλυτη ησυχία παντού γύρω μας, θαρρείς κι αυτή η ίδια η γη αποσιωπούσε την παρουσία μας. Το μόνο που ακουγόταν ήταν κάποιος ξερόβηχας που έβγαινε από το λαρύγγι κάποιου και ο τρομερός ήχος του ξύλινου ποδιού της Ευταλίας. «Αφού ήρθε κι αυτή, κανείς δεν έμεινε στο χωριό», σκέφτηκα. Κάπου ένα χιλιόμετρο έξω απ’ το χωριό σταμάτησε η πομπή. Το σκεπτικό ήταν πως τα χνάρια του σκαψίματος δεν θα προκαλούσαν κανενός την προσοχή σε εκείνο το σημείο. Ο δρόμος ήταν πάντα σκαμμένος, είτε λασπωμένος είτε ξερός. Τοποθέτησαν το κορμί της Πηνελόπης στην άκρη του δύσβατου δρόμου. Ολόγυρά μου τα κεφάλια στρέφουν προς τη μεριά του πρώτου χτύπου της γης με την ίδια τρομαγμένη έκφραση. Έπιασαν δουλειά οι κασμάδες. Τάραξε η νύχτα. Έτρεξα κατά τη μεριά του ήχου. Ξαφνικά με είδε η μάνα μου. Με πλησίασε τρομαγμένη. «Ντο αράβς εσύ αδάκα. (Τι θες εσύ εδώ;)», μου είπε αγριεμένη. « Δεν φαίνομαι, είναι πυκνό το σκοτάδι», της είπα. «Κλώστ οπίς αγλήγορα. (Πάνε πίσω, γρήγορα)». Πήγα πιο πίσω, στο σημείο που ήμουν πριν ακούσω τις φτυαριές. Ξαφνικά μια κίτρινη φέτα φεγγαριού έσκασε μύτη πάνω απ’ τα κεφάλια μας κι οι σκιές μας άρχισαν να ξεχωρίζουν. Από κει που ήμουν, σταμάτησα να βλέπω τις ανδρικές φιγούρες που σκάβανε τη γη, ένιωθα όμως το τίναγμα της γης από τις φτυαριές τους μέσα μου. Ξαναπήγα πιο μπροστά αποφεύγοντας τη μάνα μου. Τέσσερεις άνδρες έσκαβαν. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά τους. Ο ένας μου φάνηκε σαν τον Ιγνάτη. Το σώμα της Πηνελόπης κειτόταν κοντά τους, στην άκρη του δρόμου. Κάθε τόσο σταματούσαν για να ξεκουραστούν και κάρφωναν το βλέμμα τους ο ένας στο αξεδιάλυτο πρόσωπο του άλλου. Δεν θυμάμαι πόση ώρα ακουγόταν ο ήχος του σκαψίματος. Το χώμα ήταν πολύ στεγνό και η δουλειά δύσκολη. Οι άνδρες σταματούσαν κάθε τόσο, δίνοντας σε άλλους τη σειρά τους και τραβιόνταν στην άκρη φτύνοντας το σάλιο τους που ήταν γεμάτο χώμα. Ξαφνικά ο ήχος των φτυαριών και των κασμάδων έπαψε. Ξέφυγα μες το σκοτάδι για να μπορέσω να τους διακρίνω. Το χώμα πετρωμένο όλο γρόμπους, αναποδογυρισμένο, κείτονταν παραπλεύρως του λάκκου που ανοίχτηκε σε σχήμα σκαφίδας. Δυο άνδρες μείνανε μέσα στη γούβα κι άλλοι δυο σκαρφάλωσαν και βγήκαν. Ύστερα έσκυψαν πάνω στη νεοσκαφή, την κοίταξαν καλά, γύρισαν τα μάτια τους προς το ακίνητο σώμα της Πηνελόπης προσπαθώντας να κρίνουν το βάθος και το πλάτος του, κοιτώντας μια το λάκκο μια το άψυχο κορμί της. Προς στιγμή παρουσιάστηκε μια διγνωμία μεταξύ των τεσσάρων ανδρών. «Χωρεί κι χωρεί; (Χωράει, δεν χωράει;)» «Χωρεί. (Χωράει)», ψιθύρισε ο Ιγνάτης στητός, σκοτεινός κι ανεξιχνίαστος. Τον κοίταξαν οι άλλοι βγάζοντας τα καπέλα απ’ τα κεφάλια τους. Γύρω απ’ το μέτωπό τους ο ιδρώτας κι η σκόνη είχαν αφήσει το χνάρι από το καπέλο.Τέσσερα χέρια σήκωσαν την Πηνελόπη απ’ τους ώμους και τα πόδια και με τη βοήθεια των δύο ανδρών που είχαν μείνει μέσα στο γούβωμα το κορμί της κατέβηκε μονόπαντα, λόγω του διαφορετικού ύψους των ανδρών, που την κρατούσαν. Σε κάποια στιγμή, μάλιστα, αυτοί που βρέθηκαν πολύ κοντά και νομίζοντας πως θα πέσει το κορμί, πετάχτηκαν να το πιάσουν, βγάζοντας μια μικρή κραυγή από το στόμα τους. «Ηηηη». Οι άνδρες την ισορρόπησαν στα χέρια τους και την τοποθέτησαν στο χώμα. Μια γυναίκα πλησίασε στην άκρη του τάφου και κοίταξε τη νεκρή. Μετά έβγαλε τη μαντίλα απ’ το κεφάλι της και την έδωσε σ’ έναν απ’ τους δυο άνδρες. «Τσούποσον το κατσί νατς. (Σκέπασε το πρόσωπό της)», την άκουσα να λέει κι εκείνος κοίταξε μια την ασκέπαστη γυναίκα και μια τη νεκρή. «Οι αποθαμέν κι έχνε κρίματα. (Οι νεκροί δεν έχουν αμαρτίες)», ψιθύρισε η γυναίκα κι ο άνδρας πήρε την μαντίλα κάνοντας αυτό που του ζήτησε. Δεν μπόρεσα μες τον κουρνιαχτό, που ήταν στιγμές που μας κατάπινε όλους, να καταλάβω ποια ήταν, αλλά δεν ξέρω γιατί ένιωσα πως κάλυψε ένα κενό μέσα μου η πράξη της. Αμέσως μετά, κι αφού βγήκαν οι άνδρες απ’ το λάκκο, έπιασαν δουλειά τα φτυάρια. Σκέπασαν την τρύπα με το ίδιο χώμα, που το άπλωσαν καλά, για να κρύψουν τα πρώτα σημάδια. «Χρειάσκουμες έναν αραπάν, αγλήγορα. (Χρειαζόμαστε ένα κάρο, γρήγορα)», είπε πάλι ο Ιγνάτης, που είχε και την ιδέα της εξαφάνισης της νεκρής. Ο Χρίστος, που το σπίτι του είναι πιο κοντά απ’ του καθένα, ξεκίνησε να πάει να φέρει το δικό του. «΄Αρχουμαι και γω με τε σέν. ( Θα έρθω κι εγώ μαζί σου)», του είπε ο Γεράσιμος κι έτρεξε ξοπίσω του. Οι δυο άνδρες πήρανε τρεχάτοι το φιδωτό δρόμο μπροστά μας. Οι υπόλοιποι στεκόμασταν όρθιοι γύρω απ’ τον τάφο. Τα πρόσωπά μας ήταν πολύ σοβαρά και συγκεντρωμένα. Κοιτάζαμε μια τον τάφο και μια μεταξύ μας, βυθομετρώντας ο ένας τον άλλον, ματιές που καταδύονταν ανεμπόδιστες η μια στη ψυχή της άλλης. Μόνο αυτές μιλούσαν μέσα απ’ τα βλέμματα. Ένα ολόκληρο χωριό στεκόταν ακίνητο κι αμίλητο μέσα σ’ εκείνον το δρόμο που μετάλλαζε κιτρινωπός από το φως του φεγγαριού. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ένα σούρσιμο απ’ τα παπούτσια μας, όταν αλλάζαμε θέση. Σε λίγο ακούσαμε τον ήχο του κάρου και σε λιγότερο από δυο λεπτά είδαμε το Χρίστο να κρατάει τα γκέμια και να οδηγεί το άλογο με το κάρο επιδέξια και προσεχτικά ανάμεσά μας. Ο Γεράσιμος, που καθόταν δίπλα του, πήδησε κάτω. Ο Χρίστος έμεινε πάνω στημένος, σκεβρωμένος, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και περιμένοντας να του πουν τι πρέπει να κάνει. Τον πλησίασε ο Ιγνάτης και μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες πίσω του ψιθυριστά σχεδίασαν τον τρόπο που θα το χρησιμοποιήσουν. Ο Χρίστος έπιασε το χαλινάρι κι έστρεψε το άλογο προς τα μπρος, στη μεριά των χωραφιών. Ο Γεράσιμος κράτησε με το δεξί του χέρι ένα κρεμαστό χειροποίητο χερούλι στο μπροστινό μέρος του κάρου και βάζοντας το πόδι του πάνω στον άξονα του τροχού και καθώς ο άξονας γύριζε απαλά κάτω απ’ τη σόλα του παπουτσιού του, εκείνος ανέβασε και τ’ άλλο του πόδι και δρασκέλισε πάνω στην καρότσα, «πρέπει να βαραίνουμε το κάρο», είπε και σκαρφάλωσαν μαζί του κι άλλοι άνδρες από δεξιά κι αριστερά, και μαζί τους κι η μάνα μου σηκώνοντας το φουστάνι της μέχρι τα γόνατα. Το ζωντανό πισωπατούσε μέχρι να πάρει το σινιάλο να ξεκινήσει. Ύστερα άρχισε να κινείται προς τα χωράφια, σέρνοντας πίσω του το κάρο, πατώντας το σημείο που σκέπασαν την Πηνελόπη κι ύστερα γύρισαν το άλογο προς το χωριό και ξαναπέρασε πάνω απ’ το ίδιο σημείο, κι ύστερα πάλι το γύρισε προς τα χωράφια, και πάλι το ίδιο, μια απομακρυνόταν από μας, μια ερχόταν κατά πάνω μας, μπρος πίσω το άλογο με το κάρο και τις σκοτεινές σκιές των ανθρώπων πάνω σ’ αυτό, σβήνοντας τα ίχνη του σκαψίματος κι αφήνοντας πάνω στον κακοτράχαλο δρόμο μόνο τα χνάρια από τις ρόδες του. Κάθε στροφή του κάρου έβγαζε ένα ανατριχιαστικό θόρυβο. Πρέπει να σηκώθηκε πολλή σκόνη, που δεν φαινόταν με το μάτι. Τη νιώθαμε στο στόμα και στη μύτη μας, κάθε φορά που το κάρο έπαιρνε στροφή. Οι άνδρες τη νιώθανε να κολλάει στις ιδρωμένες πλάτες τους. Μέσα στο λιγοστό φως, ο μόνος ποδόγυρος που έβλεπα πάνω στο κάρο ήταν της μάνας μου. Τα άλλα ήταν γυαλιστερά, από την πολλή χρήση, τριμμένα παντελόνια. Η νύχτα λουζόταν πια στο ψυχρό κι ανελέητο φεγγαρόφωτο. Έπρεπε να φύγουμε.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

Συνέχεια Νο 16

Λένε, (θα το έχεις ακούσει κι εσύ), πριν χρόνια, η Κική του Μαστροκώστα, μετέπειτα μαμή του χωριού, που ήταν έγκυος στον όγδοο μήνα , πήγαινε στο χωράφι με τον άνδρα της, είχε αναποδογυρίσει το κάρο τους και βρέθηκε ξαφνικά κάτω απ’ αυτό και ήταν αδύνατο μόνος, ο Μαστροκώστας, να το επαναφέρει στην αρχική του θέση χωρίς να τη χτυπήσει, γι’ αυτό έτρεξε να ζητήσει βοήθεια από το χωριό, αφού ξέζεψε πρώτα τα βόδια και τα έδεσε σ’ ένα δέντρο, ενώ εκείνη ούρλιαζε από τους απανωτούς πόνους που έρχονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, κι όσο περνούσε η ώρα κι ο άνδρας της δε φαινόταν, οι πόνοι κόλλησαν μεταξύ τους και δεν άφηναν περιθώριο αναμεταξύ τους για να πάρει η γυναίκα ανάσα κι έτσι όταν ένιωσε το μωρό να σπρώχνει με μανία από κάτω της, βολεύτηκε στριμωχτά, στο πιο άνετο σημείο κάτω από το κάρο με γυρτό το κεφάλι της προς τα δεξιά, με την κοιλιά της καρότσας ν’ ακουμπάει σχεδόν το πάνω μέρος του κεφαλιού της, κι έτσι, ουρλιάζοντας, με γερμένο το κεφάλι προς τα δεξιά και με μάτια θολά από τα δάκρια οδύνης, η Κική, αντίκρισε μέσα στα σκέλια της το πάνω μέρος της κεφαλής της κόρης της και προσπάθησε να το πιάσει, αλλά εκείνο δεν είχε βγει αρκετά. Προσπάθησε να διορθώσει τη στάση της και να κάτσει ανακούρκουδα, αλλά δεν χωρούσε, ούτε με το κεφάλι γυρτό προς τα δεξιά. Κι έτσι ξανάκατσε όπως και πριν, λίγο γυρτά το κορμί προς τα πίσω-αυτό μπορούσε να το κάνει-,και εξακολουθώντας να ουρλιάζει, ξετρελαμένη από τους πόνους, σφίχτηκε τόσο πολύ, που ένιωσε το κεφάλι του παιδιού της να σχίζει το κορμί της από κάτω , «έσπασε η μήτρα μου», σκέφτηκε ουρλιάζοντας και έπιασε επιτέλους το κεφάλι, που είχε ακουμπήσει στο ξερό χώμα από κάτω της. Το έπιασε με τα δυο της χέρια και με γερμένο το κεφάλι της προς τα δεξιά και προς τα πίσω, ένιωσε το υπόλοιπο σώμα του να γλιστράει από μέσα της και να ημερεύει ο πόνος. Το κοίταξε μέσα απ’ τη θολούρα των ματιών της, μαύρο από το ζόρι, ματωμένο γεμάτο βλέννες, το έπιασε και το ακούμπησε στο χώμα από κάτω της. Ποιο ήρεμη τότε, προσπάθησε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Ο λώρος την είχε δεμένη με το παιδί. Το πρώτο της παιδί ήταν. Η Κική προσπάθησε να σκεφτεί τη γέννα της αγελάδας τους. Η μάνα της δεν την άφησε να μπει τότε στο μαντρί, ήταν γύρω στα έντεκα και περίεργη για όλη τη διαδικασία, την παρακολούθησε απ’ το βρώμικο παράθυρο του μαντριού. Είδε τον πατέρα της να χώνει τα δάχτυλά του κάθε τόσο στο πίσω μέρος του ζώου, από εκεί που έβγαζε τα κόπρανά του – ή έτσι νόμισε,-σηκώνοντας την ουρά της αγελάδας, να τη χαϊδεύει τρυφερά κι ύστερα είδε και τους δυο τους να χώνουν τα χέρια τους πίσω της πάλι, και να προσπαθούν ν’ ανοίξουν την τρύπα σιγά-σιγά. Είναι αλήθεια πως ένιωσε σιχασιά για όλα εκείνα. Ήταν όμως πολύ περίεργη να τα δει και να τα μεταφέρει και στις φιλενάδες της. Θυμάται πως άργησε πολύ να γεννήσει η αγελάδα, δυο φορές σταμάτησε την παρακολούθηση για να πάει να κατουρήσει στο αποχωρητήριο που ήταν στην άκρη του οικοπέδου τους, μία για να μπει στο σπίτι να πιει νερό και την τέταρτη, έτσι, γιατί κουράστηκε να περιμένει και να μη γίνεται τίποτα. Το μοσχαράκι, όταν επιτέλους βγήκε, δεν κατάφερε να το δει η Κική, γιατί η μάνα της στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και της έκρυβε τη θέα και δεν μπορούσε να βλέπει τις σκηνές που εξελίσσονταν. Εκείνο που είδε ήταν το κόψιμο του λώρου-τότε δεν ήξερε τι ήταν εκείνο το πράγμα, που ήταν σαν τα έντερα από τα πρόβατά τους, που η μάνα της τα μαγείρευε. Ο πατέρα της τον έκοψε και τον έκανε κόμπο. Το ίδιο έντερο είχε το παιδί της δεμένο πάνω της. Τι να έκανε δεν ήξερε και το κεφάλι της είχε κουραστεί με εκείνη τη στάση. Αποφάσισε να μην κάνει τίποτα. Δεν ήταν σίγουρη αν η γυναίκα είναι σαν την αγελάδα. Μάζεψε το μωρό της από τα χώματα το τοποθέτησε μπρούμυτα πάνω στα πόδια της και βάλθηκε να το καθαρίζει με το φουστάνι της. Το μωρό έβγαλε μια κραυγούλα. Ο Μαστροκώστας με τους δυο άνδρες που έφερε για βοήθεια, τους βρήκαν και τους δυο στριμωγμένους κάτω από το κάρο, το μωρό να κοιμάται πάνω στην άδεια κοιλιά της Κικής, σκεπασμένο με την άκρη της φούστας της κι εκείνη να παρατηρεί με προσοχή τις καλοπλανισμένες σανίδες στο κάτω μέρος του κάρου, νοτισμένες απ’ την υγρασία, με μεγάλες μουντζούρες σαν μούντζες, από λάσπη. Από τότε, η Κική, έγινε η μαμή του χωριού.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Συνέχεια Νο 15

Το σημείο που επιλέχτηκε για σκάψιμο ήταν ακριβώς πάνω στο δρόμο για το ποτάμι. Μόλις αφήσαμε πίσω μας τη διακλάδωση για το ποτάμι κι ακόμα περπατούσαμε. Από εκείνο το δρόμο που περνούσαν καθημερινά όλα τα κάρα του χωριού, όλες τις εποχές. Ο χωμάτινος δρόμος ήταν πάντοτε σκαμμένος και ποδοπατημένος, με μεγάλες, βαθιές χαραγματιές από τις ρόδες των κάρων και τα ποδοπατήματα των αλόγων και των βοδιών. Οι χαραγματιές εκείνες άλλοτε ήταν μαλακές από τις βροχές, τόσο που πολλές φορές κολλούσαν οι ρόδες μέχρι τον άξονα και κατέβαιναν οι επιβαίνοντες, μικροί και μεγάλοι, για να σπρώξουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που τα ζώα έτρωγαν πολύ ξύλο με το καμουτσίκι από τους αναβάτες τους, για να τραβήξουν το ασήκωτο βάρος των κάρων, που οι ρόδες τους χώνονταν στις λάσπες. Άλλες πάλι φορές όταν η ξηρασία κρατούσε μέρες κι η καψάδα του ήλιου στέγνωνε τις χαραματιές , τότε ο δρόμος γινόταν τόσο σκληρά ανάγλυφος, που δεν ήταν λίγες οι φορές που αναποδογύριζαν τα κάρα με τους επιβάτες τους.

Συνέχεια Νο 14

( Αργά τη νύχτα).Τη θυμάσαι, Τάσο, τη Μουριά μας; Στέκετε έξω από το παράθυρό μας, στα σύνορα του κήπου μας με τον δικό σας, θυμητάρι της ζωής μας. Θυμάσαι που με ένα πήδημα κρεμόμασταν από τα χαμηλά κλαδιά, τυλίγαμε τις γυμνές και βρώμικες πατούσες μας στο ροζιασμένο κορμό και σκαρφαλώνοντας φτάναμε στις ψηλότερες φυλλωσιές του δέντρου, όπου και κρυβόμασταν από τα μάτια των άλλων; Θυμάσαι πόσες φορές γρατσουνιζόμασταν, σχίζαμε τα ρούχα μας, γεμίζαμε μώλωπες γδαρσίματα και λεκέδες από τα φύλλα της; Κάποιο σούρουπο ξαπλωμένη ανάσκελα κοντά στο μεγάλο κορμό του έβλεπα τα κλαδιά κολλημένα πάνω στον ουρανό, σαν κάποιο χέρι να τα ιχνογράφησε πάνω του και τη δική σου φιγούρα πάνω στο δέντρο, δίπλα τους, σαν ήρωας παραμυθιού. Αχ! Βρε Τάσο! Σε εκείνη τη Μουριά ανέβηκα για να μη φαίνομαι, κρυμμένη στα πλούσια φυλλώματά της. Το σώμα μου είχε κολλήσει συρρικνωμένο πάνω στο κλαδί, σαν σουφρωμένο φρούτο που ξέχασαν να το μαζέψουν. Παραμόνευα χωρίς να με καταλαβαίνουν και δίχως να κάνω κανένα προδοτικό θόρυβο. Νομίζω πως ο Χρίστος είχε την ιδέα για το πώς θα έπρεπε να κλείσει εκείνη η φοβερή μέρα. Τον είδα να μπαίνει στο σπίτι κι από το ανοιχτό παράθυρο πρόσεξα πως έσκυψε πάνω στην Λέγκω, που καθόταν στο ντιβάνι της κουζίνας, και κάτι της είπε ψιθυριστά. Εκείνη δεν σήκωσε το μαυροφορημένο κεφάλι της. Ο Χρίστος επέμενε. Γύρισε και τον κοίταξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και χαμήλωσε πάλι το κεφάλι. Δεν μπορούσα να ξέρω τι της είπε. Αλλά φαινόταν πως μ’ εκείνο το βλέμμα, του ενός κλάσματος του δευτερολέπτου, του είχε δώσει την συγκατάθεση για κάτι, γιατί είδα τον Χρίστο να βγαίνει, κάτι να ψιθυρίζει στους άνδρες και όλοι μαζί να βγαίνουν από τον κήπο. Οι γυναίκες κάτι μουρμούρισαν και μια αναστάτωση προκλήθηκε για μια στιγμή. Ξαφνικά η μάνα μου κάτι είπε στην Σπυριδούλα, η οποία φάνηκε να συμφώνησε μαζί της με ένα κούνημα του κεφαλιού και βγήκε απ’ τον κήπο ακολουθούμενη από τις υπόλοιπες γυναίκες, αφήνοντας την μάννα σου μαζί με τη Σπυριδούλα μόνες στο σπίτι. Κατέβηκα κι εγώ απ’ τη φτελιά. Τους ακολούθησα. Πήρε να σουρουπώνει για καλά. Μπροστά οι άνδρες, πίσω οι γυναίκες και πιο πίσω εγώ. Κάποιοι άνδρες, που περνούσαμε από τα σπίτια τους, έμπαιναν για λίγο μες τις αυλές τους, έπαιρναν, άλλος φτυάρι, άλλος κασμά κι ακολουθούσαν, ανασαίνοντας με γρήγορες γουλιές τον αέρα. Σε πολύ λίγο χρόνο, η πομπή έγινε μία. Δίπλα- δίπλα, σχεδόν κολλητά ο ένας απ’ τον άλλον μέσα στο σκοτάδι που άρχισε να πυκνώνει, αποφεύγοντας τον κεντρικό δρόμο που περνούσε μπροστά από την κοινότητα με τους Γερμανούς, ανάμεσα στα χέρσα χωράφια και οικόπεδα, σκοντάφτοντας πάνω στις αποξηραμένες ρίζες και στα ξερά σαρακοφαγωμένα κλαδιά, που ήταν πεσμένα κάτω από τα δέντρα, κουβαλώντας οι άνδρες τους κασμάδες και τα φτυάρια στους ώμους, μπήκαμε σ’ εκείνο τον κακοτράχαλο δρόμο που βγάζει στην βρύση. Το άψυχο σώμα της Πηνελόπης, κειτόταν παρατημένο στην ίδια θέση που το άφησε η Λέγκω. Μισό μέσα στο νερό και μισό έξω. «Ας αγληγορούμεν καλίον, ατό που πρέπ να εφτάμα, καλίον να εφτάμα το ατώρα, προτού μερών. (Καλύτερα να βιαστούμε, αυτό που πρέπει να κάνουμε να το κάνουμε τώρα, πριν ξημερώσει)», είπε ο Ιγνάτης. « Ας πέρουματεν (ας την πάρουμε)», είπε αποφασιστικά. Ο ίδιος έπιασε το κορμί της Πηνελόπης από τις μασχάλες και το τράβηξε μακριά απ’ τα νερά. Τα πόδια της σύρθηκαν άγαρμπα, άψυχα πάνω στο χώμα. « Κρατέστε. (Βαστάτε)», ψιθύρισε κι έξι ζευγάρια χέρια σήκωσαν το βρεγμένο, άψυχο σώμα και κοιτάχτηκαν αμήχανοι και τρομοκρατημένοι. « Μερ απάμε;( Που θα το πάμε;)» « Οξώκα ασο χωρίον. (Έξω από το χωριό),» απάντησε στην τρομοκρατημένη ερώτησή τους ο Ιγνάτης, «Ση στράταν για τα χωράφε, επέκει ασοί βλάχς, σουμά σο ποτάμ. (στο δρόμο για τα χωράφια. Μετά τα βλάχικα, κοντά στο ποτάμι», διευκρίνισε και τους κοίταξε. Κάτι είχε περάσει από το μυαλό του. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον πρώτα και μετά γύρισαν τα κεφάλια τους προς το ποτάμι, πέρα από το σκοτάδι, πάνω απ’ τις συγκρατημένες ανάσες τους. « Αϊτέστε. (Πάμε)», είπε ο Ιγνάτης και πρώτοι οι έξι άνδρες, ζυγιάζοντας τη νεκρή στα χέρια τους, αποστρέφοντας τα πρόσωπά τους από εκείνο της νεκρής και κοντανασαίνοντας, προπορεύτηκαν κι η πομπή ακολούθησε από πίσω.

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

Συνέχεια Νο 13

Ένιωσε δίπλα της την Αναστασία και τη Σπυριδούλα. Τίποτα δεν της είπαν. Την συνόδευσαν απλώς στο σπίτι μαζί με τους υπόλοιπους χωριανούς που την είχαν ακολουθήσει από την αρχή. «Όλοι μαζί την σκοτώσαμε», σκέφτονταν αποφασιστικά, «όλο το χωριό μαζί». Σαν σίφουνας έφτασε το νέο στο χωριό και σε λιγότερο από μισή ώρα το σπίτι της Λέγκως κατακλύσθηκε από ένα ποικιλόμορφο ανθρωπομάνι με σκληρά και αποφασιστικά πρόσωπα. Ο Χρίστος, από τους πρώτους που έφτασε στο σπίτι της, πλησίασε τον γέρο-Στάθη. «Πρέπει να εξαφανίσουμε το πτώμα», του ψιθύρισε. Κούνησε το κεφάλι του. «Άσε να βραδιάσει πρώτα», είπε εκείνος με την ίδια ψιθυριστή φωνή. «Πάω να μιλήσω τη Λέγκω, εσύ συνεννοήσου με τους υπόλοιπους», είπε και μπήκε στο σπίτι.






*****




ΕΛΕΝΗ Α






6/ 10/ 42 «Νιώθω να τρέχω χωρίς να απομακρύνομαι από κάτι το φρικτό που δεν το χωράει ο νους μου, προς κάποια σωτηρία που δεν πιστεύω. Άραγε το πένθος έχει ημερομηνία λήξης; Κάποια στιγμή, θα επανέρθει η ζωή μου , θα ξαναγίνω όπως ήμουν πριν από το θάνατό σου;» Τρέμω στην προοπτική αυτής της μέρας. Δεν θέλω να ξεχάσω.»
10/10/42 «Δεν θέλω να κάνω τίποτα. Μόνο να γράφω και να θυμάμαι. Να γράφω! Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα νωρίτερα. Γιατί δεν το σκέφτηκα. Γιατί δεν ένιωσα ποτέ αυτήν την επιθυμία. Γράφω και νιώθω να περιβάλοµαι από κόσμο που βρίσκεται μαζί µου στο δωμάτιο. Είμαι περικυκλωμένη από τις ψυχές σας, τη δική σου και των φίλων μας, από αόρατους αγγέλους, από όνειρα, ζωντανά και πεθαμένα, απ’ τη μοναξιά, που κάποτε γίνετε αβάσταχτη και άλλοτε καταλυτική.
Προσπαθώ να μείνω μόνη και να γράφω, ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο, απ’ την αγωνία για ένα θολό αύριο, από μια αθροιστική υπέρβαση της ίδιας της απελπισίας, ίσως. Όσο ζούσες ένιωθα τον πόνο να λουφάζει μέσα μου, ιδίως τις στιγμές που μου μίλαγες για τη Νίκη. Ήταν απελπισία δεμένη σφιχτά με τη ζήλια, αλλά και μια ενδόμυχη ελπίδα, κρυμμένη καλά πίσω της, πως την επόμενη που θα σε δω μπορεί ν’ αλλάξει κάτι, ή και να μην αλλάξει, φτάνει που η θέα σου θα ομόρφυνε το τοπίο της ψυχής μου. Τώρα δεν υπάρχει η ελπίδα, μόνο η βεβαιότητα εδραιωμένη μέσα μου, ότι χάθηκες για πάντα. Ένας τοίχος κάλυψε τον ορίζοντα της ψυχής μου. Μήπως η ανάγκη του γραψίματος γεννιέται από τη δυστυχία;»
12/10/42. «Λένε πως ότι δεν βλέπουν τα μάτια τα βλέπει η ψυχή! Πως μπόρεσες να μη νιώσεις τόση αγάπη; Οι σκέψεις και τα Γιατί, στρατώνας γεμάτος επίμονα φαντάσματα με μάτια στραμμένα προς τα πίσω».
12/10/42 «(Αργά τη νύχτα, όταν οι σύντροφοι έχουν ήδη κοιμηθεί). « Είναι ωραία η αγωνία μας όταν τη μοιραζόμαστε με τον φίλο μας», έτσι μου είπες τη βραδιά που ήρθες κοντά μου, μια τέτοια νύχτα, που είχαν αποκοιμηθεί όλοι οι σύντροφοί μας. Με βοήθησες να σηκωθώ και πήγαμε παραπέρα. «Είναι ανάγκη να μιλήσουμε,» μου είπες. Το πρόσωπό σου ήταν πιο σκοτεινό απ’ την ίδια εκείνη νύχτα. Πιο πολύ το αισθάνθηκα παρά το είδα. Ένιωθα ένα σπαραγμό, κάτι τρεμόπαιζε μέσα στο στήθος μου, γλυκό και πικρό μαζί. «Τί είναι;» σε ρώτησα. «Η Νίκη είναι έγκυος» κι η γλυκιά αίσθηση το ‘βαλε στα πόδια. «Τι είναι αυτά που λες;» σου είπα κι εσύ μου έπιασες τα χέρια, τα ένωσες μπροστά στο πρόσωπό σου. « Βοήθα μας σε παρακαλώ,» είπες και εγώ ήθελα τόσο πολύ να σε χτυπήσω! Πως τόλμησες; Πήρα μια άγρια εισπνοή με ανοιχτό το στόμα προσπαθώντας να συνέρθω. Δεν είχες το δικαίωμα να μου το πεις.»
22/10/42 «Σήμερα βρέχει και βήχω συνέχεια. Πρέπει να άρπαξα μεγάλο κρύο. Το βράδυ θα κατέβω στο χωριό. Διαταγή των συντρόφων. Φοβούνται το δυνατό μου βήχα. Αν τα καταφέρω θα μείνω λίγες μέρες δίχως να με πάρουν είδηση οι Γερμανοί. Ίσως να έρθω κοντά σου κάποια νύχτα, εκεί, πάνω στο χώμα που σε σκεπάζει, να τα πούμε.»
24/10/42 « Είμαι στο χωριό. Αυτή η καχεκτική, αρρωστιάρικη βροχή, που ρίχνει απ’ το πρωί, μόνο μελαγχολία γεννά. Είμαι αναγκασμένη να είμαι κλεισμένη στο σπίτι μην με πάρει κανένα Γερμανικό μάτι. Ευτυχώς ο Σπυράκος μετά από το θάνατό σου, το έσκασε από το χωριό, γιατί το να σκοτώνεις έναν άνθρωπο που δεν σε έβλαψε ποτέ, δεν χρειάζεται θάρρος, χρειάζεται δειλία κι εκείνος ήταν δειλός, οι δειλοί το σκάνε. Πήγα εχθές το βράδυ στη μάνα σου. Η απώλειά σου χάραξε το πρόσωπό της, το σώμα, τις κινήσεις της, το βάδισμά της. Το ραγισμένο βλέμμα της αιμορραγεί κάτω απ’ τον αβάσταχτο πόνο. Η ανδρογυναίκα Λέγκω σούφρωσε μέσα σ’ ένα μαύρο ύφασμα. Δεν μιλάει πια. Φέρεται σαν να ήταν πάντα μουγκή. Θαρρώ πως δεν θα μιλήσει ποτέ. Το μόνο που είναι ζωντανό πάνω της είναι οι ανοιχτές κυψέλες της μνήμης της μέσα στο αποτσάκισμα των ματιών της. Είναι ένα πλάσμα που ακόμα έχει την ανάγκη του φαγητού αλλά είναι φανερό πως δεν βρίσκει σ’ αυτό καμιά ευχαρίστηση, έχει την ανάγκη του ύπνου μα όχι για τη χαρά της ξεκούρασης ή της αναζωογόνησης, αλλά για να σταματήσει, έστω και για λίγο, το μακρύ ποτάμι της απόγνωσης ».
.
25/10/42 «Αυτά που συμβαίνουν μετά το θάνατό σου, το μυαλό κι οι αισθήσεις δεν τα δέχονται όπως γίνεται κάποιες φορές με το στομάχι μας που δέχεται μεν, αυτά που ο ουρανίσκος δεν αρνήται, μα παραφυλάει ο πεπτικός μηχανισμός, δεν δέχεται να τα επεξεργαστεί και βαραίνουν μέσα σου. Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες από το θάνατό σου. Στο σπίτι σου ετοιμάζουν τα κόλλυβα με την απουσία της μάνας σου. Εκείνη είναι σαν να μην υπάρχει. Η μάνα μου πηγαινοέρχεται και ετοιμάζει τα φαγητά. Δεν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα. Είμαι αναγκασμένη να μένω κλεισμένη στο σπίτι μην με πάρει μάτι κανένας Γερμανός.»
26/10/42 «Σε ξεπροβόδισαν για δεύτερη φορά. Όλο το χωριό ήταν παρόν. Βλέπεις ήσουν ο αγαπημένος τους. Η μάνα σου δεν κουνήθηκε από το σπίτι. Το χωριό μόνο του έκανε το μνημόσυνο. Εγώ σε έκλαψα μόνη, μέσα στον αχερώνα, καθισμένη ανάμεσα στα άχυρα, ανάμεσα στις κρεμασμένες πλεξούδες κρεμμυδιών, σκόρδων, αλλά και στ’ αγαπημένα σου ξερά φρούτα, που τα τσιμπούσαμε ένα-ένα και φώναζε η μάνα μου, όχι γιατί τα τρώγαμε, «για σας τα κάνω μας,» έλεγε-, αλλά γιατί χαλούσαμε τις πλεξούδες κι έπεφταν κάποια φρούτα κάτω. Εκεί μέσα σε έκλαψα νιώθοντας πραγματική ευγνωμοσύνη σε εκείνον τον πυρήνα του νου, που τον ονομάζουμε μνήμη, που σε κρατάει δίπλα μου, πότε με το χέρι απλωμένο να κόβεις σύκο από την πλεξούδα, πότε να ψάχνεις τ’ άχυρα και να βρίσκεις τα κρυμμένα αχλάδια πριν την ωρίμανσή τους, πότε να κουβαλάς τα τσουβάλια το σιτάρι, βοηθώντας τη μάνα μου, πότε να παίζεις με τις ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν από τις χαραμάδες της στέγης. Είσαι τόσο κοντά μου και τόσο μακριά μου!»
30/10/42 «Ο βήχας συνεχίζει. Η μάνα μου με βράζει συνέχεια τσάι. Νιώθω μεγάλη κατάπτωση. Η κούραση απ’ το βουνό βγαίνει τώρα. Μου λείπεις αφόρητα. Τελικά πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτό που χάθηκε. Μου λείπει κι η Τασούλα. Άραγε σε ποια βουνά σέρνεται;»
11/11/42 « Μίλησε στην αδερφή σου», μου είπες. « Δουλεύει στο νοσοκομείο, κάπως θα μπορεί να βοηθήσει.» Στο υποσχέθηκα, αλλά ακόμα δεν μπόρεσα να κρατήσω την υπόσχεσή μου γιατί η Νίκη, δεν ήρθε στο σπίτι καθόλου. Κάποια απ’ αυτές τις μέρες θα στείλω την μάνα μου να την ειδοποιήσει να έρθει. Έχω σκοπό να κρατήσω την υπόσχεσή μου. Μείνε ήσυχος. Γιατί κάποιες φορές η έννοια του χρέους να ‘ναι τόσο απίστευτα φρικτή;»
15/10/42 « Ήρθε η Νίκη. Τρόμαξα να τη γνωρίσω. « Πέρνα μέσα» της είπα, «κάνει πολύ κρύο». Πέρασε κι έκλεισα πίσω της την πόρτα. « Δεν ξέρω αν το κρύο είναι τόσο δυνατό, ή είναι κάτι που κατοικεί μέσα μου», είπε. Έμοιαζε με ένα πτώμα που μόλις είχε καταφέρει να επανέρθει στη ζωή. Τα ασπράδια των ματιών της χαράσσονταν από λεπτές, κόκκινες γραμμές, ενώ γύρω-γύρω είχαν μαύρους κύκλους. Τα μάγουλά είχαν βουλιάξει ανάμεσα στην κάτω και την πάνω γνάθο. Οι γραμμές δίπλα στη μύτη της έδειχναν μια κούραση σαραντάχρονης γυναίκας. Την αγκάλιασα. Το κορμί της τρεμούλιασε κάτω απ’ το μπλε παλτό της. « Δεν μπορώ ούτε μαύρα να φορέσω, ούτε στον τάφο του να πάω να κλάψω. Περιμένω να πέσει το σκοτάδι για καλά και σαν το φάντασμα σέρνομαι ανάμεσα στους τάφους, ψάχνοντας μες το σκοτάδι το φρεσκοσκαμμένο χώμα.» Τα δάκρυά της κυλούσαν γοργά στα πλάγια του προσώπου της κι έτρεχαν πάνω στον ώμο μου, και τα δικά μου πάνω στον δικό της. Οι ψυχές μας ενώθηκαν κι άκουγα το ουρλιαχτό τους απ’ τον πόνο του χαμού σου.«Μου είπε πως σου μίλησε», είπε. Κούνησα το κεφάλι μου. « Θα μιλήσω στην Όλγα», της απάντησα. « Όχι», είπε. « Αυτό το παιδί θα το κρατήσω. Αν ζούσε, θα ήταν αλλιώς. Το σκέφτηκα πολύ.» Την κοίταξα. «Είσαι τρελή; Θα σε φάνε!». Μου κράτησε τα χέρια. « Μπορείς να με καταλάβεις; Δεν έχω τίποτα δικό του. Ούτε το δικαίωμα να πω ότι αγαπιόμασταν. Τώρα θα έχω αυτό το παιδί κι εγώ θα ξέρω πως είναι δικό του. Δεν μπορώ να το πετάξω τώρα, είναι σαν να απορρίπτω εκείνον, την αγάπη μας. Καταλαβαίνεις;» Θα φύγει, μου είπε. Σκέφτεται να πάει στην πόλη. Εκεί άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους, «θα επιβιώσω, κι εγώ κι αυτό». Μου έδειξε την κοιλιά της. « Προσπαθώ να την κρύβω για να μην με πάρει κανείς είδηση». Κατάλαβα πως κάτι φοβόταν. Δεν έκανα λάθος. «Ο Σπυράκος», είπε, «δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό στον Τάσο, για να μην γίνει φασαρία. Καιρό τώρα δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά, διαισθάνομαι πως ξέρει για μας».Ένα τσίμπημα φόβου χώθηκε μέσα μου. « Τι υποψιάζεσαι;» « Τον αισθάνομαι πίσω μου να έρπει σαν την οχιά. Ακόμη και τώρα, που όλοι λένε πως εξαφανίστηκε. Εγώ πιστεύω πως κάπου εδώ γύρω κρύβεται .Νιώθω ανεπανόρθωτα μόνη και εγκαταλειμμένη. Προχθές το βράδυ, όταν περπατούσα μες το σκοτάδι για να φτάσω στα μνήματα με τεντωμένο τ’ αυτί μου να πιάσει τον οποιοδήποτε ήχο έξω από τον ακανόνιστο ρυθμό των βημάτων μου, αντιλήφθηκα ένα συνεχή θόρυβο πίσω μου, κάτι σαν συμβάδισμα με την περπατησιά τη δική μου. Σταμάτησα απότομα και έστησα αυτί. Ο θόρυβος συνεχίστηκε για δευτερόλεπτα και μετά σταμάτησε απότομα. Προχώρησα ξανά, προσπαθώντας να ηρεμήσω το σφυροκόπημα της καρδιάς μου. Ο βηματισμός συνεχίστηκε. Σταμάτησα απότομα και σε δευτερόλεπτα σταμάτησε το ακροπάτημα πίσω μου. Τότε βεβαιώθηκα, κάποιος με παρακολουθούσε. Επιτάχυνα το βήμα και έκανα έναν μικρό κύκλο για να γυρίσω στο σπίτι μου. Δεν μπορούσα να το διακινδυνέψω να πάω στον Τάσο. Ο Αζόρ εκείνη τη νύχτα δεν έβαλε μέσα γλώσσα. Κάποιος τριγύριζε γύρω απ’ το σπίτι. Ήταν εκείνος, είμαι βέβαιη»
18/10/42 « Έχω μια αίσθηση θυμού και απόγνωσης, που δεν μπορώ να ελέγξω. Τις νύχτες, όταν η σιωπή σφιχταγκαλιάζει το χωριό, σέρνομαι κάτω απ’ τη φτελιά, κάθομαι στη μεριά που πάντα καθόμουν κρατώντας ζεστό δίπλα μου το αποτύπωμα των μηρών σου. Σε μισώ που με άφησες μόνη μου... »
19/10/42 « Προσπαθώ να σκεφτώ, μα νιώθω μέσα στο κεφάλι μου ένα δυνατό πόνο σαν να το έβαλα σε μέγγενη. Τι θα έκανες εσύ;»
25/10/42 « Το κεφάλι μου πονάει ανυπόφερτα. Είναι απόγευμα. Είμαι μόνη, η μάνα μου είναι στο σπίτι σας. Κάνει παρέα στη δική σου. Νιώθω τόσο καταβεβλημένη, που θέλω συνέχεια να κλαίω. Μου λείπεις αφόρητα. Στο ξανάπα; Μου λείπει το γέλιο σου, η αισιοδοξία σου, μου λείπει η εικόνα σου καθισμένος πάνω στη διχάλα της φτελιάς με τις πιτσιλιές του ήλιου άλλοτε ακινητοποιημένες κι άλλοτε να τρεμοπαίζουν πάνω στο πουκάμισό σου, μου λείπει η αγάπη σου, κι ας μην ήταν όπως την ήθελα. Μου λείπει η παρουσία σου. Περίμενε, έρχεται η μάνα μου. Φαίνεται αναστατωμένη…(Λίγο αργότερα) Η μάνα μπήκε κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ακούμπησε την πλάτη πάνω της. Με κοίταξε σαν χαμένη. « Τι έγινε;», ρωτώ. «Η Λέγκω έπνιξε την Πηνελόπη στη κάτω βρύση!». Στην αρχή δεν κατάλαβα. « Τι λες, βρε μάνα, τρελάθηκες;» Όχι, Τάσο, δεν είχα τρελαθεί. Η μάνα σου έπνιξε την Πηνελόπη με το σεγκοντάρισμα του χωριού. Μ’ άφησε εμβρόντητη και ξαναβγήκε. «Όλο το χωριό είναι μαζεμένο στο σπίτι της Λέγκως. Πρέπει να αποφασίσουμε τί πρέπει να κάνουμε», μου είπε. Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι, πρέπει να πάω κι εγώ.