Η πομπή ξεκίνησε, αυτή τη φορά δίχως την Πηνελόπη, με το κάρο μπροστά να τρίζει, ο θόρυβός του δεν μπορούσε να κινήσει υποψίες, γιατί αυτές τις ώρες πήγαιναν στα καπνά. Έτσι το κάρο με τον Χρίστο και τον Γεράσιμο, πέρασε μπροστά απ’ την κοινότητα κι οι υπόλοιποι πήραμε το κακοτράχαλο μονοπάτι για το σπίτι της Λέγκως. Εγώ από πίσω, ανάμεσα στις φεγγαρίσιες σκιές και στις σκιές των δέντρων που έφραζαν τον δρόμο απ’ τα δυο πλαϊνά, τον ξέρεις, στενός μόλις που χωράει ένα κάρο, ακολουθούσα την πομπή και αναλογιζόμουν πόσα είχαν αλλάξει μετά το θάνατό σου. Πηγαίναμε όλοι μαζί στο σπίτι της Λέγκως, γιατί κανείς δεν ήθελε να πάει στο δικό του. Μπορεί όλοι να είχαν ανάγκη τον ύπνο, αλλά κανείς δεν ήθελε να πάει στο σπίτι του, μισοπεθαμένοι απ’ την αγωνία και τον φόβο τους, γιατί συνειδητοποίησαν τι είχαν κάνει λίγο πριν, συλλογιζόμενοι αυτό που θα ακολουθούσε μόλις ο Σπυράκος ανακάλυπτε την εξαφάνιση της μάνας του. « Τιδέν κι’ ειδαμε, ότι κι αν φτάνε μας. Κι πορούν να κατηγορούν όλο το χωρίον. Ούλ μαζί. (Δεν είδαμε τίποτα, ότι κι αν μας κάνουν. Δεν μπορούν να κατηγορήσουν όλο το χωριό, ενωμένοι!)», αποφάσισαν.
Κανέναν δε συναντήσαμε στο δρόμο, αυτό θα ήταν αδύνατο, γιατί θαρρώ όλο το χωριό ήταν η πομπή που έθαψε τη νεκρή. Η μάνα σου κι η Σπυριδούλα περίμεναν στο σκοτάδι. Ο Χρίστος, που είχε αφήσει το κάρο του έξω από το σπίτι, τις πλησίασε. «Ετέλεψεν. (Όλα τέλειωσαν)», απευθύνθηκε στη μάνα σου που τον κοίταξε για μια στιγμή με μάτια βαθιά σαν πληγές και μας άφησε και μπήκε στο σπίτι. Κανένας δεν έφευγε, σαν μέσα σε εφιαλτικό όνειρο, στεκόμασταν στριμωγμένοι σιωπηλοί και ακίνητοι κάτω από το φως του φεγγαριού, μέσα στην αυλή, δεκάδες στητές σκιές, σαν μια συγκέντρωση φαντασμάτων. Οι άνδρες κρατώντας τα καπέλα τους σφιχτά μες τα χέρια τους πίσω από την πλάτη ή μπροστά τους και με τα κεφάλια σκυφτά να κοιτάζουν τα καπέλα ή καταγής με αμηχανία, πέρασαν το υπόλοιπο της νύχτας στην αυλή. Οι γυναίκες έκαναν παρέα στην αμίλητη Λέγκω.
29-10-42 . Στο μυαλό μου έχω εκείνη την εικόνα και μόνο, την προβάλω ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Την γυρίζω προς τα πίσω, προς τα μπρος και πάλι προς τα πίσω.
30/10/42 « Ένα βράδυ, που ο πατέρας μου ήταν στο πίσω δωμάτιο του σπιτιού, με άνδρες από το χωριό μας και τα γύρω χωριά, για ν’ αποφασίσουν πως θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσουν κάποια προβλήματα με τα χωράφια και με τις πιέσεις της Αστυνομίας του Κιλκίς, προσπαθώντας να τους πείσει για το πόσο σημαντικό είναι να είναι όλοι τους ενωμένοι, έδωσε μια βέργα από ξύλο σε έναν απ’ τους παραβρισκόμενους και του ζήτησε να την σπάσει. Εκείνος παραξενευμένος, την έσπασε. Κατόπιν του έδωσε δέκα βέργες μαζί και του ζήτησε πάλι να τις σπάσει όλες μαζί. Ο άνδρας δεν τα κατάφερε. «Ελέπετε; (Είδατε;)» τους είπε, «έναν έναν α τσακώνεμας, ούλτς μαζί κι ά πορούνε, όταν πολλοί γουζέβνε ίνετεν επανάσταση, αγλήγορα α γρικούμα. (έναν- έναν θα μας τσακίσουν, όλους μαζί δεν θα τα καταφέρουν. Η δύναμη των πολλών είναι επανάσταση, γρήγορα θα το αντιληφθούμε)». Ήμουν, τότε, δώδεκα χρόνων και κρυφοκοίταζα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Πόσες φορές, αυτές τις παρανοϊκές μέρες, θυμήθηκα εκείνα τα λόγια.
Τα γερμανικά αμάξια εμφανίστηκαν το απόγευμα της άλλης μέρας στο χωριό από την κατεύθυνση που τα περιμέναμε. Σταματήσανε μπροστά στο σπίτι της Βασιλικής. Πρώτος πετάχτηκε από μέσα ο Σπυράκος και σχεδόν ταυτόχρονα βγήκε από την άλλη πόρτα ο Χάιντριχ. Από πίσω τους κατέβηκαν και άλλοι τρεις από το πρώτο αμάξι κι άλλοι πέντε από το δεύτερο. Ο Σπυράκος χειρονομούσε αναστατωμένος έχοντας στο πλάι του τον φίλο του. Άνοιξε την πόρτα και έκανε στην άκρη να μπει πρώτα ο Γερμανός. Ακολούθησε εκείνος φωνάζοντας, «μάνα». Οι άλλοι έμειναν από έξω παρατηρώντας τα δύο διπλανά σπίτια που φαίνονταν ακατοίκητα. Από τα κλειστά παράθυρα με τις κουρτίνες οι κάτοικοί τους παραφύλαγαν την κάθε κίνηση των Γερμανών. Στο σπίτι του Χρίστου διακρινόταν κάποια κίνηση. Κάποιος αράδιαζε τα ξύλα κάτω από το μικρό λαμαρινένιο υπόστεγο. Στο διπλανό σπίτι απ’ του Χρίστου που έμενε η χήρα του Καστέλου ένα αγόρι- μάλλον δικό της-, έκοβε λαχανικά από τον κήπο τους. Απέναντι που είναι το σπίτι του Γεράσιμου, κάπνιζε η καπνοδόχος και κάποιες σκιές περνούσαν κάθε τόσο πίσω από την διαφανή κουρτίνα. Εκείνη τη νύχτα γύρισαν απ’ όλους, ανάκριναν τους χωριανούς και έψαξαν τα σπίτια μας. Μόνο στο δικό σας σπίτι δεν πήγε κανείς. Εγώ κρύφτηκα στο καταφύγιο της Θυμίας. Την Πηνελόπη, κανείς δεν την είχε δει. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Δεν τη βρήκανε, κι όταν δεν υπάρχει πτώμα δεν υπάρχει ούτε δολοφόνος.
31/10/42. «Σου έχω νέο. Η μάνα μου περιμένει κι άλλο παιδί!! Για φαντάσου! Παιδί στα σαράντα της; Δεν ξέρω αν πρέπει να θυμώσω ή να χαρώ!»
2/11/42 Αύριο φεύγω για το βουνό. Δεν θέλω να μείνω άλλο στο σπίτι. Ο βήχας μου είναι καλύτερα. Μόνο το κεφάλι μου δεν λέει να περάσει. Μέσα του σαλεύουν σκιές και κομματιασμένες σκέψεις. Νιώθω ανεπανόρθωτα μόνη. Το τετράδιο θα το κρύψω μέσα στους Άθλιους- υπέροχο βιβλίο!-γιατί δεν θέλω να το πάρω μαζί μου. Πρέπει να σου εμπιστευτώ πως ανεβαίνω με κακά προαισθήματα. Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. Θα τα ξαναπούμε όταν γυρίσω. Νιώθω ορφανή χωρίς εσένα! Αχ βρε Τάσο!»
Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008
Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008
Συνέχεια Νο 17
Εξακολουθούσαμε να περπατάμε, σε μια κίνηση υπνωτική, σαν σε όνειρο, ακριβώς πίσω από τις σκιές των έξη ανδρών που κρατούσαν την Πηνελόπη μέσα σε απόλυτη σιωπή και με εκπληκτική ταχύτητα. Προχωρούσαν με βήμα ρυθμικό, δίχως να δείχνουν καμιά κούραση, λες και το φορτίο τους ξεκούραζε αντί να τους κουράζει. Απόλυτη ησυχία παντού γύρω μας, θαρρείς κι αυτή η ίδια η γη αποσιωπούσε την παρουσία μας. Το μόνο που ακουγόταν ήταν κάποιος ξερόβηχας που έβγαινε από το λαρύγγι κάποιου και ο τρομερός ήχος του ξύλινου ποδιού της Ευταλίας. «Αφού ήρθε κι αυτή, κανείς δεν έμεινε στο χωριό», σκέφτηκα. Κάπου ένα χιλιόμετρο έξω απ’ το χωριό σταμάτησε η πομπή. Το σκεπτικό ήταν πως τα χνάρια του σκαψίματος δεν θα προκαλούσαν κανενός την προσοχή σε εκείνο το σημείο. Ο δρόμος ήταν πάντα σκαμμένος, είτε λασπωμένος είτε ξερός. Τοποθέτησαν το κορμί της Πηνελόπης στην άκρη του δύσβατου δρόμου. Ολόγυρά μου τα κεφάλια στρέφουν προς τη μεριά του πρώτου χτύπου της γης με την ίδια τρομαγμένη έκφραση. Έπιασαν δουλειά οι κασμάδες. Τάραξε η νύχτα. Έτρεξα κατά τη μεριά του ήχου. Ξαφνικά με είδε η μάνα μου. Με πλησίασε τρομαγμένη. «Ντο αράβς εσύ αδάκα. (Τι θες εσύ εδώ;)», μου είπε αγριεμένη. « Δεν φαίνομαι, είναι πυκνό το σκοτάδι», της είπα. «Κλώστ οπίς αγλήγορα. (Πάνε πίσω, γρήγορα)». Πήγα πιο πίσω, στο σημείο που ήμουν πριν ακούσω τις φτυαριές. Ξαφνικά μια κίτρινη φέτα φεγγαριού έσκασε μύτη πάνω απ’ τα κεφάλια μας κι οι σκιές μας άρχισαν να ξεχωρίζουν. Από κει που ήμουν, σταμάτησα να βλέπω τις ανδρικές φιγούρες που σκάβανε τη γη, ένιωθα όμως το τίναγμα της γης από τις φτυαριές τους μέσα μου. Ξαναπήγα πιο μπροστά αποφεύγοντας τη μάνα μου. Τέσσερεις άνδρες έσκαβαν. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά τους. Ο ένας μου φάνηκε σαν τον Ιγνάτη. Το σώμα της Πηνελόπης κειτόταν κοντά τους, στην άκρη του δρόμου. Κάθε τόσο σταματούσαν για να ξεκουραστούν και κάρφωναν το βλέμμα τους ο ένας στο αξεδιάλυτο πρόσωπο του άλλου. Δεν θυμάμαι πόση ώρα ακουγόταν ο ήχος του σκαψίματος. Το χώμα ήταν πολύ στεγνό και η δουλειά δύσκολη. Οι άνδρες σταματούσαν κάθε τόσο, δίνοντας σε άλλους τη σειρά τους και τραβιόνταν στην άκρη φτύνοντας το σάλιο τους που ήταν γεμάτο χώμα. Ξαφνικά ο ήχος των φτυαριών και των κασμάδων έπαψε. Ξέφυγα μες το σκοτάδι για να μπορέσω να τους διακρίνω. Το χώμα πετρωμένο όλο γρόμπους, αναποδογυρισμένο, κείτονταν παραπλεύρως του λάκκου που ανοίχτηκε σε σχήμα σκαφίδας. Δυο άνδρες μείνανε μέσα στη γούβα κι άλλοι δυο σκαρφάλωσαν και βγήκαν. Ύστερα έσκυψαν πάνω στη νεοσκαφή, την κοίταξαν καλά, γύρισαν τα μάτια τους προς το ακίνητο σώμα της Πηνελόπης προσπαθώντας να κρίνουν το βάθος και το πλάτος του, κοιτώντας μια το λάκκο μια το άψυχο κορμί της. Προς στιγμή παρουσιάστηκε μια διγνωμία μεταξύ των τεσσάρων ανδρών. «Χωρεί κι χωρεί; (Χωράει, δεν χωράει;)» «Χωρεί. (Χωράει)», ψιθύρισε ο Ιγνάτης στητός, σκοτεινός κι ανεξιχνίαστος. Τον κοίταξαν οι άλλοι βγάζοντας τα καπέλα απ’ τα κεφάλια τους. Γύρω απ’ το μέτωπό τους ο ιδρώτας κι η σκόνη είχαν αφήσει το χνάρι από το καπέλο.Τέσσερα χέρια σήκωσαν την Πηνελόπη απ’ τους ώμους και τα πόδια και με τη βοήθεια των δύο ανδρών που είχαν μείνει μέσα στο γούβωμα το κορμί της κατέβηκε μονόπαντα, λόγω του διαφορετικού ύψους των ανδρών, που την κρατούσαν. Σε κάποια στιγμή, μάλιστα, αυτοί που βρέθηκαν πολύ κοντά και νομίζοντας πως θα πέσει το κορμί, πετάχτηκαν να το πιάσουν, βγάζοντας μια μικρή κραυγή από το στόμα τους. «Ηηηη». Οι άνδρες την ισορρόπησαν στα χέρια τους και την τοποθέτησαν στο χώμα. Μια γυναίκα πλησίασε στην άκρη του τάφου και κοίταξε τη νεκρή. Μετά έβγαλε τη μαντίλα απ’ το κεφάλι της και την έδωσε σ’ έναν απ’ τους δυο άνδρες. «Τσούποσον το κατσί νατς. (Σκέπασε το πρόσωπό της)», την άκουσα να λέει κι εκείνος κοίταξε μια την ασκέπαστη γυναίκα και μια τη νεκρή. «Οι αποθαμέν κι έχνε κρίματα. (Οι νεκροί δεν έχουν αμαρτίες)», ψιθύρισε η γυναίκα κι ο άνδρας πήρε την μαντίλα κάνοντας αυτό που του ζήτησε. Δεν μπόρεσα μες τον κουρνιαχτό, που ήταν στιγμές που μας κατάπινε όλους, να καταλάβω ποια ήταν, αλλά δεν ξέρω γιατί ένιωσα πως κάλυψε ένα κενό μέσα μου η πράξη της. Αμέσως μετά, κι αφού βγήκαν οι άνδρες απ’ το λάκκο, έπιασαν δουλειά τα φτυάρια. Σκέπασαν την τρύπα με το ίδιο χώμα, που το άπλωσαν καλά, για να κρύψουν τα πρώτα σημάδια. «Χρειάσκουμες έναν αραπάν, αγλήγορα. (Χρειαζόμαστε ένα κάρο, γρήγορα)», είπε πάλι ο Ιγνάτης, που είχε και την ιδέα της εξαφάνισης της νεκρής. Ο Χρίστος, που το σπίτι του είναι πιο κοντά απ’ του καθένα, ξεκίνησε να πάει να φέρει το δικό του. «΄Αρχουμαι και γω με τε σέν. ( Θα έρθω κι εγώ μαζί σου)», του είπε ο Γεράσιμος κι έτρεξε ξοπίσω του. Οι δυο άνδρες πήρανε τρεχάτοι το φιδωτό δρόμο μπροστά μας. Οι υπόλοιποι στεκόμασταν όρθιοι γύρω απ’ τον τάφο. Τα πρόσωπά μας ήταν πολύ σοβαρά και συγκεντρωμένα. Κοιτάζαμε μια τον τάφο και μια μεταξύ μας, βυθομετρώντας ο ένας τον άλλον, ματιές που καταδύονταν ανεμπόδιστες η μια στη ψυχή της άλλης. Μόνο αυτές μιλούσαν μέσα απ’ τα βλέμματα. Ένα ολόκληρο χωριό στεκόταν ακίνητο κι αμίλητο μέσα σ’ εκείνον το δρόμο που μετάλλαζε κιτρινωπός από το φως του φεγγαριού. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ένα σούρσιμο απ’ τα παπούτσια μας, όταν αλλάζαμε θέση. Σε λίγο ακούσαμε τον ήχο του κάρου και σε λιγότερο από δυο λεπτά είδαμε το Χρίστο να κρατάει τα γκέμια και να οδηγεί το άλογο με το κάρο επιδέξια και προσεχτικά ανάμεσά μας. Ο Γεράσιμος, που καθόταν δίπλα του, πήδησε κάτω. Ο Χρίστος έμεινε πάνω στημένος, σκεβρωμένος, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και περιμένοντας να του πουν τι πρέπει να κάνει. Τον πλησίασε ο Ιγνάτης και μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες πίσω του ψιθυριστά σχεδίασαν τον τρόπο που θα το χρησιμοποιήσουν. Ο Χρίστος έπιασε το χαλινάρι κι έστρεψε το άλογο προς τα μπρος, στη μεριά των χωραφιών. Ο Γεράσιμος κράτησε με το δεξί του χέρι ένα κρεμαστό χειροποίητο χερούλι στο μπροστινό μέρος του κάρου και βάζοντας το πόδι του πάνω στον άξονα του τροχού και καθώς ο άξονας γύριζε απαλά κάτω απ’ τη σόλα του παπουτσιού του, εκείνος ανέβασε και τ’ άλλο του πόδι και δρασκέλισε πάνω στην καρότσα, «πρέπει να βαραίνουμε το κάρο», είπε και σκαρφάλωσαν μαζί του κι άλλοι άνδρες από δεξιά κι αριστερά, και μαζί τους κι η μάνα μου σηκώνοντας το φουστάνι της μέχρι τα γόνατα. Το ζωντανό πισωπατούσε μέχρι να πάρει το σινιάλο να ξεκινήσει. Ύστερα άρχισε να κινείται προς τα χωράφια, σέρνοντας πίσω του το κάρο, πατώντας το σημείο που σκέπασαν την Πηνελόπη κι ύστερα γύρισαν το άλογο προς το χωριό και ξαναπέρασε πάνω απ’ το ίδιο σημείο, κι ύστερα πάλι το γύρισε προς τα χωράφια, και πάλι το ίδιο, μια απομακρυνόταν από μας, μια ερχόταν κατά πάνω μας, μπρος πίσω το άλογο με το κάρο και τις σκοτεινές σκιές των ανθρώπων πάνω σ’ αυτό, σβήνοντας τα ίχνη του σκαψίματος κι αφήνοντας πάνω στον κακοτράχαλο δρόμο μόνο τα χνάρια από τις ρόδες του. Κάθε στροφή του κάρου έβγαζε ένα ανατριχιαστικό θόρυβο. Πρέπει να σηκώθηκε πολλή σκόνη, που δεν φαινόταν με το μάτι. Τη νιώθαμε στο στόμα και στη μύτη μας, κάθε φορά που το κάρο έπαιρνε στροφή. Οι άνδρες τη νιώθανε να κολλάει στις ιδρωμένες πλάτες τους. Μέσα στο λιγοστό φως, ο μόνος ποδόγυρος που έβλεπα πάνω στο κάρο ήταν της μάνας μου. Τα άλλα ήταν γυαλιστερά, από την πολλή χρήση, τριμμένα παντελόνια. Η νύχτα λουζόταν πια στο ψυχρό κι ανελέητο φεγγαρόφωτο. Έπρεπε να φύγουμε.
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008
Συνέχεια Νο 16
Λένε, (θα το έχεις ακούσει κι εσύ), πριν χρόνια, η Κική του Μαστροκώστα, μετέπειτα μαμή του χωριού, που ήταν έγκυος στον όγδοο μήνα , πήγαινε στο χωράφι με τον άνδρα της, είχε αναποδογυρίσει το κάρο τους και βρέθηκε ξαφνικά κάτω απ’ αυτό και ήταν αδύνατο μόνος, ο Μαστροκώστας, να το επαναφέρει στην αρχική του θέση χωρίς να τη χτυπήσει, γι’ αυτό έτρεξε να ζητήσει βοήθεια από το χωριό, αφού ξέζεψε πρώτα τα βόδια και τα έδεσε σ’ ένα δέντρο, ενώ εκείνη ούρλιαζε από τους απανωτούς πόνους που έρχονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, κι όσο περνούσε η ώρα κι ο άνδρας της δε φαινόταν, οι πόνοι κόλλησαν μεταξύ τους και δεν άφηναν περιθώριο αναμεταξύ τους για να πάρει η γυναίκα ανάσα κι έτσι όταν ένιωσε το μωρό να σπρώχνει με μανία από κάτω της, βολεύτηκε στριμωχτά, στο πιο άνετο σημείο κάτω από το κάρο με γυρτό το κεφάλι της προς τα δεξιά, με την κοιλιά της καρότσας ν’ ακουμπάει σχεδόν το πάνω μέρος του κεφαλιού της, κι έτσι, ουρλιάζοντας, με γερμένο το κεφάλι προς τα δεξιά και με μάτια θολά από τα δάκρια οδύνης, η Κική, αντίκρισε μέσα στα σκέλια της το πάνω μέρος της κεφαλής της κόρης της και προσπάθησε να το πιάσει, αλλά εκείνο δεν είχε βγει αρκετά. Προσπάθησε να διορθώσει τη στάση της και να κάτσει ανακούρκουδα, αλλά δεν χωρούσε, ούτε με το κεφάλι γυρτό προς τα δεξιά. Κι έτσι ξανάκατσε όπως και πριν, λίγο γυρτά το κορμί προς τα πίσω-αυτό μπορούσε να το κάνει-,και εξακολουθώντας να ουρλιάζει, ξετρελαμένη από τους πόνους, σφίχτηκε τόσο πολύ, που ένιωσε το κεφάλι του παιδιού της να σχίζει το κορμί της από κάτω , «έσπασε η μήτρα μου», σκέφτηκε ουρλιάζοντας και έπιασε επιτέλους το κεφάλι, που είχε ακουμπήσει στο ξερό χώμα από κάτω της. Το έπιασε με τα δυο της χέρια και με γερμένο το κεφάλι της προς τα δεξιά και προς τα πίσω, ένιωσε το υπόλοιπο σώμα του να γλιστράει από μέσα της και να ημερεύει ο πόνος. Το κοίταξε μέσα απ’ τη θολούρα των ματιών της, μαύρο από το ζόρι, ματωμένο γεμάτο βλέννες, το έπιασε και το ακούμπησε στο χώμα από κάτω της. Ποιο ήρεμη τότε, προσπάθησε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Ο λώρος την είχε δεμένη με το παιδί. Το πρώτο της παιδί ήταν. Η Κική προσπάθησε να σκεφτεί τη γέννα της αγελάδας τους. Η μάνα της δεν την άφησε να μπει τότε στο μαντρί, ήταν γύρω στα έντεκα και περίεργη για όλη τη διαδικασία, την παρακολούθησε απ’ το βρώμικο παράθυρο του μαντριού. Είδε τον πατέρα της να χώνει τα δάχτυλά του κάθε τόσο στο πίσω μέρος του ζώου, από εκεί που έβγαζε τα κόπρανά του – ή έτσι νόμισε,-σηκώνοντας την ουρά της αγελάδας, να τη χαϊδεύει τρυφερά κι ύστερα είδε και τους δυο τους να χώνουν τα χέρια τους πίσω της πάλι, και να προσπαθούν ν’ ανοίξουν την τρύπα σιγά-σιγά. Είναι αλήθεια πως ένιωσε σιχασιά για όλα εκείνα. Ήταν όμως πολύ περίεργη να τα δει και να τα μεταφέρει και στις φιλενάδες της. Θυμάται πως άργησε πολύ να γεννήσει η αγελάδα, δυο φορές σταμάτησε την παρακολούθηση για να πάει να κατουρήσει στο αποχωρητήριο που ήταν στην άκρη του οικοπέδου τους, μία για να μπει στο σπίτι να πιει νερό και την τέταρτη, έτσι, γιατί κουράστηκε να περιμένει και να μη γίνεται τίποτα. Το μοσχαράκι, όταν επιτέλους βγήκε, δεν κατάφερε να το δει η Κική, γιατί η μάνα της στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και της έκρυβε τη θέα και δεν μπορούσε να βλέπει τις σκηνές που εξελίσσονταν. Εκείνο που είδε ήταν το κόψιμο του λώρου-τότε δεν ήξερε τι ήταν εκείνο το πράγμα, που ήταν σαν τα έντερα από τα πρόβατά τους, που η μάνα της τα μαγείρευε. Ο πατέρα της τον έκοψε και τον έκανε κόμπο. Το ίδιο έντερο είχε το παιδί της δεμένο πάνω της. Τι να έκανε δεν ήξερε και το κεφάλι της είχε κουραστεί με εκείνη τη στάση. Αποφάσισε να μην κάνει τίποτα. Δεν ήταν σίγουρη αν η γυναίκα είναι σαν την αγελάδα. Μάζεψε το μωρό της από τα χώματα το τοποθέτησε μπρούμυτα πάνω στα πόδια της και βάλθηκε να το καθαρίζει με το φουστάνι της. Το μωρό έβγαλε μια κραυγούλα. Ο Μαστροκώστας με τους δυο άνδρες που έφερε για βοήθεια, τους βρήκαν και τους δυο στριμωγμένους κάτω από το κάρο, το μωρό να κοιμάται πάνω στην άδεια κοιλιά της Κικής, σκεπασμένο με την άκρη της φούστας της κι εκείνη να παρατηρεί με προσοχή τις καλοπλανισμένες σανίδες στο κάτω μέρος του κάρου, νοτισμένες απ’ την υγρασία, με μεγάλες μουντζούρες σαν μούντζες, από λάσπη. Από τότε, η Κική, έγινε η μαμή του χωριού.
Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008
Συνέχεια Νο 15
Το σημείο που επιλέχτηκε για σκάψιμο ήταν ακριβώς πάνω στο δρόμο για το ποτάμι. Μόλις αφήσαμε πίσω μας τη διακλάδωση για το ποτάμι κι ακόμα περπατούσαμε. Από εκείνο το δρόμο που περνούσαν καθημερινά όλα τα κάρα του χωριού, όλες τις εποχές. Ο χωμάτινος δρόμος ήταν πάντοτε σκαμμένος και ποδοπατημένος, με μεγάλες, βαθιές χαραγματιές από τις ρόδες των κάρων και τα ποδοπατήματα των αλόγων και των βοδιών. Οι χαραγματιές εκείνες άλλοτε ήταν μαλακές από τις βροχές, τόσο που πολλές φορές κολλούσαν οι ρόδες μέχρι τον άξονα και κατέβαιναν οι επιβαίνοντες, μικροί και μεγάλοι, για να σπρώξουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που τα ζώα έτρωγαν πολύ ξύλο με το καμουτσίκι από τους αναβάτες τους, για να τραβήξουν το ασήκωτο βάρος των κάρων, που οι ρόδες τους χώνονταν στις λάσπες. Άλλες πάλι φορές όταν η ξηρασία κρατούσε μέρες κι η καψάδα του ήλιου στέγνωνε τις χαραματιές , τότε ο δρόμος γινόταν τόσο σκληρά ανάγλυφος, που δεν ήταν λίγες οι φορές που αναποδογύριζαν τα κάρα με τους επιβάτες τους.
Συνέχεια Νο 14
( Αργά τη νύχτα).Τη θυμάσαι, Τάσο, τη Μουριά μας; Στέκετε έξω από το παράθυρό μας, στα σύνορα του κήπου μας με τον δικό σας, θυμητάρι της ζωής μας. Θυμάσαι που με ένα πήδημα κρεμόμασταν από τα χαμηλά κλαδιά, τυλίγαμε τις γυμνές και βρώμικες πατούσες μας στο ροζιασμένο κορμό και σκαρφαλώνοντας φτάναμε στις ψηλότερες φυλλωσιές του δέντρου, όπου και κρυβόμασταν από τα μάτια των άλλων; Θυμάσαι πόσες φορές γρατσουνιζόμασταν, σχίζαμε τα ρούχα μας, γεμίζαμε μώλωπες γδαρσίματα και λεκέδες από τα φύλλα της; Κάποιο σούρουπο ξαπλωμένη ανάσκελα κοντά στο μεγάλο κορμό του έβλεπα τα κλαδιά κολλημένα πάνω στον ουρανό, σαν κάποιο χέρι να τα ιχνογράφησε πάνω του και τη δική σου φιγούρα πάνω στο δέντρο, δίπλα τους, σαν ήρωας παραμυθιού. Αχ! Βρε Τάσο! Σε εκείνη τη Μουριά ανέβηκα για να μη φαίνομαι, κρυμμένη στα πλούσια φυλλώματά της. Το σώμα μου είχε κολλήσει συρρικνωμένο πάνω στο κλαδί, σαν σουφρωμένο φρούτο που ξέχασαν να το μαζέψουν. Παραμόνευα χωρίς να με καταλαβαίνουν και δίχως να κάνω κανένα προδοτικό θόρυβο. Νομίζω πως ο Χρίστος είχε την ιδέα για το πώς θα έπρεπε να κλείσει εκείνη η φοβερή μέρα. Τον είδα να μπαίνει στο σπίτι κι από το ανοιχτό παράθυρο πρόσεξα πως έσκυψε πάνω στην Λέγκω, που καθόταν στο ντιβάνι της κουζίνας, και κάτι της είπε ψιθυριστά. Εκείνη δεν σήκωσε το μαυροφορημένο κεφάλι της. Ο Χρίστος επέμενε. Γύρισε και τον κοίταξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και χαμήλωσε πάλι το κεφάλι. Δεν μπορούσα να ξέρω τι της είπε. Αλλά φαινόταν πως μ’ εκείνο το βλέμμα, του ενός κλάσματος του δευτερολέπτου, του είχε δώσει την συγκατάθεση για κάτι, γιατί είδα τον Χρίστο να βγαίνει, κάτι να ψιθυρίζει στους άνδρες και όλοι μαζί να βγαίνουν από τον κήπο. Οι γυναίκες κάτι μουρμούρισαν και μια αναστάτωση προκλήθηκε για μια στιγμή. Ξαφνικά η μάνα μου κάτι είπε στην Σπυριδούλα, η οποία φάνηκε να συμφώνησε μαζί της με ένα κούνημα του κεφαλιού και βγήκε απ’ τον κήπο ακολουθούμενη από τις υπόλοιπες γυναίκες, αφήνοντας την μάννα σου μαζί με τη Σπυριδούλα μόνες στο σπίτι. Κατέβηκα κι εγώ απ’ τη φτελιά. Τους ακολούθησα. Πήρε να σουρουπώνει για καλά. Μπροστά οι άνδρες, πίσω οι γυναίκες και πιο πίσω εγώ. Κάποιοι άνδρες, που περνούσαμε από τα σπίτια τους, έμπαιναν για λίγο μες τις αυλές τους, έπαιρναν, άλλος φτυάρι, άλλος κασμά κι ακολουθούσαν, ανασαίνοντας με γρήγορες γουλιές τον αέρα. Σε πολύ λίγο χρόνο, η πομπή έγινε μία. Δίπλα- δίπλα, σχεδόν κολλητά ο ένας απ’ τον άλλον μέσα στο σκοτάδι που άρχισε να πυκνώνει, αποφεύγοντας τον κεντρικό δρόμο που περνούσε μπροστά από την κοινότητα με τους Γερμανούς, ανάμεσα στα χέρσα χωράφια και οικόπεδα, σκοντάφτοντας πάνω στις αποξηραμένες ρίζες και στα ξερά σαρακοφαγωμένα κλαδιά, που ήταν πεσμένα κάτω από τα δέντρα, κουβαλώντας οι άνδρες τους κασμάδες και τα φτυάρια στους ώμους, μπήκαμε σ’ εκείνο τον κακοτράχαλο δρόμο που βγάζει στην βρύση. Το άψυχο σώμα της Πηνελόπης, κειτόταν παρατημένο στην ίδια θέση που το άφησε η Λέγκω. Μισό μέσα στο νερό και μισό έξω. «Ας αγληγορούμεν καλίον, ατό που πρέπ να εφτάμα, καλίον να εφτάμα το ατώρα, προτού μερών. (Καλύτερα να βιαστούμε, αυτό που πρέπει να κάνουμε να το κάνουμε τώρα, πριν ξημερώσει)», είπε ο Ιγνάτης. « Ας πέρουματεν (ας την πάρουμε)», είπε αποφασιστικά. Ο ίδιος έπιασε το κορμί της Πηνελόπης από τις μασχάλες και το τράβηξε μακριά απ’ τα νερά. Τα πόδια της σύρθηκαν άγαρμπα, άψυχα πάνω στο χώμα. « Κρατέστε. (Βαστάτε)», ψιθύρισε κι έξι ζευγάρια χέρια σήκωσαν το βρεγμένο, άψυχο σώμα και κοιτάχτηκαν αμήχανοι και τρομοκρατημένοι. « Μερ απάμε;( Που θα το πάμε;)» « Οξώκα ασο χωρίον. (Έξω από το χωριό),» απάντησε στην τρομοκρατημένη ερώτησή τους ο Ιγνάτης, «Ση στράταν για τα χωράφε, επέκει ασοί βλάχς, σουμά σο ποτάμ. (στο δρόμο για τα χωράφια. Μετά τα βλάχικα, κοντά στο ποτάμι», διευκρίνισε και τους κοίταξε. Κάτι είχε περάσει από το μυαλό του. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον πρώτα και μετά γύρισαν τα κεφάλια τους προς το ποτάμι, πέρα από το σκοτάδι, πάνω απ’ τις συγκρατημένες ανάσες τους. « Αϊτέστε. (Πάμε)», είπε ο Ιγνάτης και πρώτοι οι έξι άνδρες, ζυγιάζοντας τη νεκρή στα χέρια τους, αποστρέφοντας τα πρόσωπά τους από εκείνο της νεκρής και κοντανασαίνοντας, προπορεύτηκαν κι η πομπή ακολούθησε από πίσω.
Σάββατο 23 Αυγούστου 2008
Συνέχεια Νο 13
Ένιωσε δίπλα της την Αναστασία και τη Σπυριδούλα. Τίποτα δεν της είπαν. Την συνόδευσαν απλώς στο σπίτι μαζί με τους υπόλοιπους χωριανούς που την είχαν ακολουθήσει από την αρχή. «Όλοι μαζί την σκοτώσαμε», σκέφτονταν αποφασιστικά, «όλο το χωριό μαζί». Σαν σίφουνας έφτασε το νέο στο χωριό και σε λιγότερο από μισή ώρα το σπίτι της Λέγκως κατακλύσθηκε από ένα ποικιλόμορφο ανθρωπομάνι με σκληρά και αποφασιστικά πρόσωπα. Ο Χρίστος, από τους πρώτους που έφτασε στο σπίτι της, πλησίασε τον γέρο-Στάθη. «Πρέπει να εξαφανίσουμε το πτώμα», του ψιθύρισε. Κούνησε το κεφάλι του. «Άσε να βραδιάσει πρώτα», είπε εκείνος με την ίδια ψιθυριστή φωνή. «Πάω να μιλήσω τη Λέγκω, εσύ συνεννοήσου με τους υπόλοιπους», είπε και μπήκε στο σπίτι.
*****
ΕΛΕΝΗ Α
6/ 10/ 42 «Νιώθω να τρέχω χωρίς να απομακρύνομαι από κάτι το φρικτό που δεν το χωράει ο νους μου, προς κάποια σωτηρία που δεν πιστεύω. Άραγε το πένθος έχει ημερομηνία λήξης; Κάποια στιγμή, θα επανέρθει η ζωή μου , θα ξαναγίνω όπως ήμουν πριν από το θάνατό σου;» Τρέμω στην προοπτική αυτής της μέρας. Δεν θέλω να ξεχάσω.»
10/10/42 «Δεν θέλω να κάνω τίποτα. Μόνο να γράφω και να θυμάμαι. Να γράφω! Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα νωρίτερα. Γιατί δεν το σκέφτηκα. Γιατί δεν ένιωσα ποτέ αυτήν την επιθυμία. Γράφω και νιώθω να περιβάλοµαι από κόσμο που βρίσκεται μαζί µου στο δωμάτιο. Είμαι περικυκλωμένη από τις ψυχές σας, τη δική σου και των φίλων μας, από αόρατους αγγέλους, από όνειρα, ζωντανά και πεθαμένα, απ’ τη μοναξιά, που κάποτε γίνετε αβάσταχτη και άλλοτε καταλυτική.
Προσπαθώ να μείνω μόνη και να γράφω, ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο, απ’ την αγωνία για ένα θολό αύριο, από μια αθροιστική υπέρβαση της ίδιας της απελπισίας, ίσως. Όσο ζούσες ένιωθα τον πόνο να λουφάζει μέσα μου, ιδίως τις στιγμές που μου μίλαγες για τη Νίκη. Ήταν απελπισία δεμένη σφιχτά με τη ζήλια, αλλά και μια ενδόμυχη ελπίδα, κρυμμένη καλά πίσω της, πως την επόμενη που θα σε δω μπορεί ν’ αλλάξει κάτι, ή και να μην αλλάξει, φτάνει που η θέα σου θα ομόρφυνε το τοπίο της ψυχής μου. Τώρα δεν υπάρχει η ελπίδα, μόνο η βεβαιότητα εδραιωμένη μέσα μου, ότι χάθηκες για πάντα. Ένας τοίχος κάλυψε τον ορίζοντα της ψυχής μου. Μήπως η ανάγκη του γραψίματος γεννιέται από τη δυστυχία;»
12/10/42. «Λένε πως ότι δεν βλέπουν τα μάτια τα βλέπει η ψυχή! Πως μπόρεσες να μη νιώσεις τόση αγάπη; Οι σκέψεις και τα Γιατί, στρατώνας γεμάτος επίμονα φαντάσματα με μάτια στραμμένα προς τα πίσω».
12/10/42 «(Αργά τη νύχτα, όταν οι σύντροφοι έχουν ήδη κοιμηθεί). « Είναι ωραία η αγωνία μας όταν τη μοιραζόμαστε με τον φίλο μας», έτσι μου είπες τη βραδιά που ήρθες κοντά μου, μια τέτοια νύχτα, που είχαν αποκοιμηθεί όλοι οι σύντροφοί μας. Με βοήθησες να σηκωθώ και πήγαμε παραπέρα. «Είναι ανάγκη να μιλήσουμε,» μου είπες. Το πρόσωπό σου ήταν πιο σκοτεινό απ’ την ίδια εκείνη νύχτα. Πιο πολύ το αισθάνθηκα παρά το είδα. Ένιωθα ένα σπαραγμό, κάτι τρεμόπαιζε μέσα στο στήθος μου, γλυκό και πικρό μαζί. «Τί είναι;» σε ρώτησα. «Η Νίκη είναι έγκυος» κι η γλυκιά αίσθηση το ‘βαλε στα πόδια. «Τι είναι αυτά που λες;» σου είπα κι εσύ μου έπιασες τα χέρια, τα ένωσες μπροστά στο πρόσωπό σου. « Βοήθα μας σε παρακαλώ,» είπες και εγώ ήθελα τόσο πολύ να σε χτυπήσω! Πως τόλμησες; Πήρα μια άγρια εισπνοή με ανοιχτό το στόμα προσπαθώντας να συνέρθω. Δεν είχες το δικαίωμα να μου το πεις.»
22/10/42 «Σήμερα βρέχει και βήχω συνέχεια. Πρέπει να άρπαξα μεγάλο κρύο. Το βράδυ θα κατέβω στο χωριό. Διαταγή των συντρόφων. Φοβούνται το δυνατό μου βήχα. Αν τα καταφέρω θα μείνω λίγες μέρες δίχως να με πάρουν είδηση οι Γερμανοί. Ίσως να έρθω κοντά σου κάποια νύχτα, εκεί, πάνω στο χώμα που σε σκεπάζει, να τα πούμε.»
24/10/42 « Είμαι στο χωριό. Αυτή η καχεκτική, αρρωστιάρικη βροχή, που ρίχνει απ’ το πρωί, μόνο μελαγχολία γεννά. Είμαι αναγκασμένη να είμαι κλεισμένη στο σπίτι μην με πάρει κανένα Γερμανικό μάτι. Ευτυχώς ο Σπυράκος μετά από το θάνατό σου, το έσκασε από το χωριό, γιατί το να σκοτώνεις έναν άνθρωπο που δεν σε έβλαψε ποτέ, δεν χρειάζεται θάρρος, χρειάζεται δειλία κι εκείνος ήταν δειλός, οι δειλοί το σκάνε. Πήγα εχθές το βράδυ στη μάνα σου. Η απώλειά σου χάραξε το πρόσωπό της, το σώμα, τις κινήσεις της, το βάδισμά της. Το ραγισμένο βλέμμα της αιμορραγεί κάτω απ’ τον αβάσταχτο πόνο. Η ανδρογυναίκα Λέγκω σούφρωσε μέσα σ’ ένα μαύρο ύφασμα. Δεν μιλάει πια. Φέρεται σαν να ήταν πάντα μουγκή. Θαρρώ πως δεν θα μιλήσει ποτέ. Το μόνο που είναι ζωντανό πάνω της είναι οι ανοιχτές κυψέλες της μνήμης της μέσα στο αποτσάκισμα των ματιών της. Είναι ένα πλάσμα που ακόμα έχει την ανάγκη του φαγητού αλλά είναι φανερό πως δεν βρίσκει σ’ αυτό καμιά ευχαρίστηση, έχει την ανάγκη του ύπνου μα όχι για τη χαρά της ξεκούρασης ή της αναζωογόνησης, αλλά για να σταματήσει, έστω και για λίγο, το μακρύ ποτάμι της απόγνωσης ».
.
25/10/42 «Αυτά που συμβαίνουν μετά το θάνατό σου, το μυαλό κι οι αισθήσεις δεν τα δέχονται όπως γίνεται κάποιες φορές με το στομάχι μας που δέχεται μεν, αυτά που ο ουρανίσκος δεν αρνήται, μα παραφυλάει ο πεπτικός μηχανισμός, δεν δέχεται να τα επεξεργαστεί και βαραίνουν μέσα σου. Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες από το θάνατό σου. Στο σπίτι σου ετοιμάζουν τα κόλλυβα με την απουσία της μάνας σου. Εκείνη είναι σαν να μην υπάρχει. Η μάνα μου πηγαινοέρχεται και ετοιμάζει τα φαγητά. Δεν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα. Είμαι αναγκασμένη να μένω κλεισμένη στο σπίτι μην με πάρει μάτι κανένας Γερμανός.»
26/10/42 «Σε ξεπροβόδισαν για δεύτερη φορά. Όλο το χωριό ήταν παρόν. Βλέπεις ήσουν ο αγαπημένος τους. Η μάνα σου δεν κουνήθηκε από το σπίτι. Το χωριό μόνο του έκανε το μνημόσυνο. Εγώ σε έκλαψα μόνη, μέσα στον αχερώνα, καθισμένη ανάμεσα στα άχυρα, ανάμεσα στις κρεμασμένες πλεξούδες κρεμμυδιών, σκόρδων, αλλά και στ’ αγαπημένα σου ξερά φρούτα, που τα τσιμπούσαμε ένα-ένα και φώναζε η μάνα μου, όχι γιατί τα τρώγαμε, «για σας τα κάνω μας,» έλεγε-, αλλά γιατί χαλούσαμε τις πλεξούδες κι έπεφταν κάποια φρούτα κάτω. Εκεί μέσα σε έκλαψα νιώθοντας πραγματική ευγνωμοσύνη σε εκείνον τον πυρήνα του νου, που τον ονομάζουμε μνήμη, που σε κρατάει δίπλα μου, πότε με το χέρι απλωμένο να κόβεις σύκο από την πλεξούδα, πότε να ψάχνεις τ’ άχυρα και να βρίσκεις τα κρυμμένα αχλάδια πριν την ωρίμανσή τους, πότε να κουβαλάς τα τσουβάλια το σιτάρι, βοηθώντας τη μάνα μου, πότε να παίζεις με τις ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν από τις χαραμάδες της στέγης. Είσαι τόσο κοντά μου και τόσο μακριά μου!»
30/10/42 «Ο βήχας συνεχίζει. Η μάνα μου με βράζει συνέχεια τσάι. Νιώθω μεγάλη κατάπτωση. Η κούραση απ’ το βουνό βγαίνει τώρα. Μου λείπεις αφόρητα. Τελικά πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτό που χάθηκε. Μου λείπει κι η Τασούλα. Άραγε σε ποια βουνά σέρνεται;»
11/11/42 « Μίλησε στην αδερφή σου», μου είπες. « Δουλεύει στο νοσοκομείο, κάπως θα μπορεί να βοηθήσει.» Στο υποσχέθηκα, αλλά ακόμα δεν μπόρεσα να κρατήσω την υπόσχεσή μου γιατί η Νίκη, δεν ήρθε στο σπίτι καθόλου. Κάποια απ’ αυτές τις μέρες θα στείλω την μάνα μου να την ειδοποιήσει να έρθει. Έχω σκοπό να κρατήσω την υπόσχεσή μου. Μείνε ήσυχος. Γιατί κάποιες φορές η έννοια του χρέους να ‘ναι τόσο απίστευτα φρικτή;»
15/10/42 « Ήρθε η Νίκη. Τρόμαξα να τη γνωρίσω. « Πέρνα μέσα» της είπα, «κάνει πολύ κρύο». Πέρασε κι έκλεισα πίσω της την πόρτα. « Δεν ξέρω αν το κρύο είναι τόσο δυνατό, ή είναι κάτι που κατοικεί μέσα μου», είπε. Έμοιαζε με ένα πτώμα που μόλις είχε καταφέρει να επανέρθει στη ζωή. Τα ασπράδια των ματιών της χαράσσονταν από λεπτές, κόκκινες γραμμές, ενώ γύρω-γύρω είχαν μαύρους κύκλους. Τα μάγουλά είχαν βουλιάξει ανάμεσα στην κάτω και την πάνω γνάθο. Οι γραμμές δίπλα στη μύτη της έδειχναν μια κούραση σαραντάχρονης γυναίκας. Την αγκάλιασα. Το κορμί της τρεμούλιασε κάτω απ’ το μπλε παλτό της. « Δεν μπορώ ούτε μαύρα να φορέσω, ούτε στον τάφο του να πάω να κλάψω. Περιμένω να πέσει το σκοτάδι για καλά και σαν το φάντασμα σέρνομαι ανάμεσα στους τάφους, ψάχνοντας μες το σκοτάδι το φρεσκοσκαμμένο χώμα.» Τα δάκρυά της κυλούσαν γοργά στα πλάγια του προσώπου της κι έτρεχαν πάνω στον ώμο μου, και τα δικά μου πάνω στον δικό της. Οι ψυχές μας ενώθηκαν κι άκουγα το ουρλιαχτό τους απ’ τον πόνο του χαμού σου.«Μου είπε πως σου μίλησε», είπε. Κούνησα το κεφάλι μου. « Θα μιλήσω στην Όλγα», της απάντησα. « Όχι», είπε. « Αυτό το παιδί θα το κρατήσω. Αν ζούσε, θα ήταν αλλιώς. Το σκέφτηκα πολύ.» Την κοίταξα. «Είσαι τρελή; Θα σε φάνε!». Μου κράτησε τα χέρια. « Μπορείς να με καταλάβεις; Δεν έχω τίποτα δικό του. Ούτε το δικαίωμα να πω ότι αγαπιόμασταν. Τώρα θα έχω αυτό το παιδί κι εγώ θα ξέρω πως είναι δικό του. Δεν μπορώ να το πετάξω τώρα, είναι σαν να απορρίπτω εκείνον, την αγάπη μας. Καταλαβαίνεις;» Θα φύγει, μου είπε. Σκέφτεται να πάει στην πόλη. Εκεί άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους, «θα επιβιώσω, κι εγώ κι αυτό». Μου έδειξε την κοιλιά της. « Προσπαθώ να την κρύβω για να μην με πάρει κανείς είδηση». Κατάλαβα πως κάτι φοβόταν. Δεν έκανα λάθος. «Ο Σπυράκος», είπε, «δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό στον Τάσο, για να μην γίνει φασαρία. Καιρό τώρα δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά, διαισθάνομαι πως ξέρει για μας».Ένα τσίμπημα φόβου χώθηκε μέσα μου. « Τι υποψιάζεσαι;» « Τον αισθάνομαι πίσω μου να έρπει σαν την οχιά. Ακόμη και τώρα, που όλοι λένε πως εξαφανίστηκε. Εγώ πιστεύω πως κάπου εδώ γύρω κρύβεται .Νιώθω ανεπανόρθωτα μόνη και εγκαταλειμμένη. Προχθές το βράδυ, όταν περπατούσα μες το σκοτάδι για να φτάσω στα μνήματα με τεντωμένο τ’ αυτί μου να πιάσει τον οποιοδήποτε ήχο έξω από τον ακανόνιστο ρυθμό των βημάτων μου, αντιλήφθηκα ένα συνεχή θόρυβο πίσω μου, κάτι σαν συμβάδισμα με την περπατησιά τη δική μου. Σταμάτησα απότομα και έστησα αυτί. Ο θόρυβος συνεχίστηκε για δευτερόλεπτα και μετά σταμάτησε απότομα. Προχώρησα ξανά, προσπαθώντας να ηρεμήσω το σφυροκόπημα της καρδιάς μου. Ο βηματισμός συνεχίστηκε. Σταμάτησα απότομα και σε δευτερόλεπτα σταμάτησε το ακροπάτημα πίσω μου. Τότε βεβαιώθηκα, κάποιος με παρακολουθούσε. Επιτάχυνα το βήμα και έκανα έναν μικρό κύκλο για να γυρίσω στο σπίτι μου. Δεν μπορούσα να το διακινδυνέψω να πάω στον Τάσο. Ο Αζόρ εκείνη τη νύχτα δεν έβαλε μέσα γλώσσα. Κάποιος τριγύριζε γύρω απ’ το σπίτι. Ήταν εκείνος, είμαι βέβαιη»
18/10/42 « Έχω μια αίσθηση θυμού και απόγνωσης, που δεν μπορώ να ελέγξω. Τις νύχτες, όταν η σιωπή σφιχταγκαλιάζει το χωριό, σέρνομαι κάτω απ’ τη φτελιά, κάθομαι στη μεριά που πάντα καθόμουν κρατώντας ζεστό δίπλα μου το αποτύπωμα των μηρών σου. Σε μισώ που με άφησες μόνη μου... »
19/10/42 « Προσπαθώ να σκεφτώ, μα νιώθω μέσα στο κεφάλι μου ένα δυνατό πόνο σαν να το έβαλα σε μέγγενη. Τι θα έκανες εσύ;»
25/10/42 « Το κεφάλι μου πονάει ανυπόφερτα. Είναι απόγευμα. Είμαι μόνη, η μάνα μου είναι στο σπίτι σας. Κάνει παρέα στη δική σου. Νιώθω τόσο καταβεβλημένη, που θέλω συνέχεια να κλαίω. Μου λείπεις αφόρητα. Στο ξανάπα; Μου λείπει το γέλιο σου, η αισιοδοξία σου, μου λείπει η εικόνα σου καθισμένος πάνω στη διχάλα της φτελιάς με τις πιτσιλιές του ήλιου άλλοτε ακινητοποιημένες κι άλλοτε να τρεμοπαίζουν πάνω στο πουκάμισό σου, μου λείπει η αγάπη σου, κι ας μην ήταν όπως την ήθελα. Μου λείπει η παρουσία σου. Περίμενε, έρχεται η μάνα μου. Φαίνεται αναστατωμένη…(Λίγο αργότερα) Η μάνα μπήκε κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ακούμπησε την πλάτη πάνω της. Με κοίταξε σαν χαμένη. « Τι έγινε;», ρωτώ. «Η Λέγκω έπνιξε την Πηνελόπη στη κάτω βρύση!». Στην αρχή δεν κατάλαβα. « Τι λες, βρε μάνα, τρελάθηκες;» Όχι, Τάσο, δεν είχα τρελαθεί. Η μάνα σου έπνιξε την Πηνελόπη με το σεγκοντάρισμα του χωριού. Μ’ άφησε εμβρόντητη και ξαναβγήκε. «Όλο το χωριό είναι μαζεμένο στο σπίτι της Λέγκως. Πρέπει να αποφασίσουμε τί πρέπει να κάνουμε», μου είπε. Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι, πρέπει να πάω κι εγώ.
*****
ΕΛΕΝΗ Α
6/ 10/ 42 «Νιώθω να τρέχω χωρίς να απομακρύνομαι από κάτι το φρικτό που δεν το χωράει ο νους μου, προς κάποια σωτηρία που δεν πιστεύω. Άραγε το πένθος έχει ημερομηνία λήξης; Κάποια στιγμή, θα επανέρθει η ζωή μου , θα ξαναγίνω όπως ήμουν πριν από το θάνατό σου;» Τρέμω στην προοπτική αυτής της μέρας. Δεν θέλω να ξεχάσω.»
10/10/42 «Δεν θέλω να κάνω τίποτα. Μόνο να γράφω και να θυμάμαι. Να γράφω! Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα νωρίτερα. Γιατί δεν το σκέφτηκα. Γιατί δεν ένιωσα ποτέ αυτήν την επιθυμία. Γράφω και νιώθω να περιβάλοµαι από κόσμο που βρίσκεται μαζί µου στο δωμάτιο. Είμαι περικυκλωμένη από τις ψυχές σας, τη δική σου και των φίλων μας, από αόρατους αγγέλους, από όνειρα, ζωντανά και πεθαμένα, απ’ τη μοναξιά, που κάποτε γίνετε αβάσταχτη και άλλοτε καταλυτική.
Προσπαθώ να μείνω μόνη και να γράφω, ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο, απ’ την αγωνία για ένα θολό αύριο, από μια αθροιστική υπέρβαση της ίδιας της απελπισίας, ίσως. Όσο ζούσες ένιωθα τον πόνο να λουφάζει μέσα μου, ιδίως τις στιγμές που μου μίλαγες για τη Νίκη. Ήταν απελπισία δεμένη σφιχτά με τη ζήλια, αλλά και μια ενδόμυχη ελπίδα, κρυμμένη καλά πίσω της, πως την επόμενη που θα σε δω μπορεί ν’ αλλάξει κάτι, ή και να μην αλλάξει, φτάνει που η θέα σου θα ομόρφυνε το τοπίο της ψυχής μου. Τώρα δεν υπάρχει η ελπίδα, μόνο η βεβαιότητα εδραιωμένη μέσα μου, ότι χάθηκες για πάντα. Ένας τοίχος κάλυψε τον ορίζοντα της ψυχής μου. Μήπως η ανάγκη του γραψίματος γεννιέται από τη δυστυχία;»
12/10/42. «Λένε πως ότι δεν βλέπουν τα μάτια τα βλέπει η ψυχή! Πως μπόρεσες να μη νιώσεις τόση αγάπη; Οι σκέψεις και τα Γιατί, στρατώνας γεμάτος επίμονα φαντάσματα με μάτια στραμμένα προς τα πίσω».
12/10/42 «(Αργά τη νύχτα, όταν οι σύντροφοι έχουν ήδη κοιμηθεί). « Είναι ωραία η αγωνία μας όταν τη μοιραζόμαστε με τον φίλο μας», έτσι μου είπες τη βραδιά που ήρθες κοντά μου, μια τέτοια νύχτα, που είχαν αποκοιμηθεί όλοι οι σύντροφοί μας. Με βοήθησες να σηκωθώ και πήγαμε παραπέρα. «Είναι ανάγκη να μιλήσουμε,» μου είπες. Το πρόσωπό σου ήταν πιο σκοτεινό απ’ την ίδια εκείνη νύχτα. Πιο πολύ το αισθάνθηκα παρά το είδα. Ένιωθα ένα σπαραγμό, κάτι τρεμόπαιζε μέσα στο στήθος μου, γλυκό και πικρό μαζί. «Τί είναι;» σε ρώτησα. «Η Νίκη είναι έγκυος» κι η γλυκιά αίσθηση το ‘βαλε στα πόδια. «Τι είναι αυτά που λες;» σου είπα κι εσύ μου έπιασες τα χέρια, τα ένωσες μπροστά στο πρόσωπό σου. « Βοήθα μας σε παρακαλώ,» είπες και εγώ ήθελα τόσο πολύ να σε χτυπήσω! Πως τόλμησες; Πήρα μια άγρια εισπνοή με ανοιχτό το στόμα προσπαθώντας να συνέρθω. Δεν είχες το δικαίωμα να μου το πεις.»
22/10/42 «Σήμερα βρέχει και βήχω συνέχεια. Πρέπει να άρπαξα μεγάλο κρύο. Το βράδυ θα κατέβω στο χωριό. Διαταγή των συντρόφων. Φοβούνται το δυνατό μου βήχα. Αν τα καταφέρω θα μείνω λίγες μέρες δίχως να με πάρουν είδηση οι Γερμανοί. Ίσως να έρθω κοντά σου κάποια νύχτα, εκεί, πάνω στο χώμα που σε σκεπάζει, να τα πούμε.»
24/10/42 « Είμαι στο χωριό. Αυτή η καχεκτική, αρρωστιάρικη βροχή, που ρίχνει απ’ το πρωί, μόνο μελαγχολία γεννά. Είμαι αναγκασμένη να είμαι κλεισμένη στο σπίτι μην με πάρει κανένα Γερμανικό μάτι. Ευτυχώς ο Σπυράκος μετά από το θάνατό σου, το έσκασε από το χωριό, γιατί το να σκοτώνεις έναν άνθρωπο που δεν σε έβλαψε ποτέ, δεν χρειάζεται θάρρος, χρειάζεται δειλία κι εκείνος ήταν δειλός, οι δειλοί το σκάνε. Πήγα εχθές το βράδυ στη μάνα σου. Η απώλειά σου χάραξε το πρόσωπό της, το σώμα, τις κινήσεις της, το βάδισμά της. Το ραγισμένο βλέμμα της αιμορραγεί κάτω απ’ τον αβάσταχτο πόνο. Η ανδρογυναίκα Λέγκω σούφρωσε μέσα σ’ ένα μαύρο ύφασμα. Δεν μιλάει πια. Φέρεται σαν να ήταν πάντα μουγκή. Θαρρώ πως δεν θα μιλήσει ποτέ. Το μόνο που είναι ζωντανό πάνω της είναι οι ανοιχτές κυψέλες της μνήμης της μέσα στο αποτσάκισμα των ματιών της. Είναι ένα πλάσμα που ακόμα έχει την ανάγκη του φαγητού αλλά είναι φανερό πως δεν βρίσκει σ’ αυτό καμιά ευχαρίστηση, έχει την ανάγκη του ύπνου μα όχι για τη χαρά της ξεκούρασης ή της αναζωογόνησης, αλλά για να σταματήσει, έστω και για λίγο, το μακρύ ποτάμι της απόγνωσης ».
.
25/10/42 «Αυτά που συμβαίνουν μετά το θάνατό σου, το μυαλό κι οι αισθήσεις δεν τα δέχονται όπως γίνεται κάποιες φορές με το στομάχι μας που δέχεται μεν, αυτά που ο ουρανίσκος δεν αρνήται, μα παραφυλάει ο πεπτικός μηχανισμός, δεν δέχεται να τα επεξεργαστεί και βαραίνουν μέσα σου. Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες από το θάνατό σου. Στο σπίτι σου ετοιμάζουν τα κόλλυβα με την απουσία της μάνας σου. Εκείνη είναι σαν να μην υπάρχει. Η μάνα μου πηγαινοέρχεται και ετοιμάζει τα φαγητά. Δεν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα. Είμαι αναγκασμένη να μένω κλεισμένη στο σπίτι μην με πάρει μάτι κανένας Γερμανός.»
26/10/42 «Σε ξεπροβόδισαν για δεύτερη φορά. Όλο το χωριό ήταν παρόν. Βλέπεις ήσουν ο αγαπημένος τους. Η μάνα σου δεν κουνήθηκε από το σπίτι. Το χωριό μόνο του έκανε το μνημόσυνο. Εγώ σε έκλαψα μόνη, μέσα στον αχερώνα, καθισμένη ανάμεσα στα άχυρα, ανάμεσα στις κρεμασμένες πλεξούδες κρεμμυδιών, σκόρδων, αλλά και στ’ αγαπημένα σου ξερά φρούτα, που τα τσιμπούσαμε ένα-ένα και φώναζε η μάνα μου, όχι γιατί τα τρώγαμε, «για σας τα κάνω μας,» έλεγε-, αλλά γιατί χαλούσαμε τις πλεξούδες κι έπεφταν κάποια φρούτα κάτω. Εκεί μέσα σε έκλαψα νιώθοντας πραγματική ευγνωμοσύνη σε εκείνον τον πυρήνα του νου, που τον ονομάζουμε μνήμη, που σε κρατάει δίπλα μου, πότε με το χέρι απλωμένο να κόβεις σύκο από την πλεξούδα, πότε να ψάχνεις τ’ άχυρα και να βρίσκεις τα κρυμμένα αχλάδια πριν την ωρίμανσή τους, πότε να κουβαλάς τα τσουβάλια το σιτάρι, βοηθώντας τη μάνα μου, πότε να παίζεις με τις ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν από τις χαραμάδες της στέγης. Είσαι τόσο κοντά μου και τόσο μακριά μου!»
30/10/42 «Ο βήχας συνεχίζει. Η μάνα μου με βράζει συνέχεια τσάι. Νιώθω μεγάλη κατάπτωση. Η κούραση απ’ το βουνό βγαίνει τώρα. Μου λείπεις αφόρητα. Τελικά πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτό που χάθηκε. Μου λείπει κι η Τασούλα. Άραγε σε ποια βουνά σέρνεται;»
11/11/42 « Μίλησε στην αδερφή σου», μου είπες. « Δουλεύει στο νοσοκομείο, κάπως θα μπορεί να βοηθήσει.» Στο υποσχέθηκα, αλλά ακόμα δεν μπόρεσα να κρατήσω την υπόσχεσή μου γιατί η Νίκη, δεν ήρθε στο σπίτι καθόλου. Κάποια απ’ αυτές τις μέρες θα στείλω την μάνα μου να την ειδοποιήσει να έρθει. Έχω σκοπό να κρατήσω την υπόσχεσή μου. Μείνε ήσυχος. Γιατί κάποιες φορές η έννοια του χρέους να ‘ναι τόσο απίστευτα φρικτή;»
15/10/42 « Ήρθε η Νίκη. Τρόμαξα να τη γνωρίσω. « Πέρνα μέσα» της είπα, «κάνει πολύ κρύο». Πέρασε κι έκλεισα πίσω της την πόρτα. « Δεν ξέρω αν το κρύο είναι τόσο δυνατό, ή είναι κάτι που κατοικεί μέσα μου», είπε. Έμοιαζε με ένα πτώμα που μόλις είχε καταφέρει να επανέρθει στη ζωή. Τα ασπράδια των ματιών της χαράσσονταν από λεπτές, κόκκινες γραμμές, ενώ γύρω-γύρω είχαν μαύρους κύκλους. Τα μάγουλά είχαν βουλιάξει ανάμεσα στην κάτω και την πάνω γνάθο. Οι γραμμές δίπλα στη μύτη της έδειχναν μια κούραση σαραντάχρονης γυναίκας. Την αγκάλιασα. Το κορμί της τρεμούλιασε κάτω απ’ το μπλε παλτό της. « Δεν μπορώ ούτε μαύρα να φορέσω, ούτε στον τάφο του να πάω να κλάψω. Περιμένω να πέσει το σκοτάδι για καλά και σαν το φάντασμα σέρνομαι ανάμεσα στους τάφους, ψάχνοντας μες το σκοτάδι το φρεσκοσκαμμένο χώμα.» Τα δάκρυά της κυλούσαν γοργά στα πλάγια του προσώπου της κι έτρεχαν πάνω στον ώμο μου, και τα δικά μου πάνω στον δικό της. Οι ψυχές μας ενώθηκαν κι άκουγα το ουρλιαχτό τους απ’ τον πόνο του χαμού σου.«Μου είπε πως σου μίλησε», είπε. Κούνησα το κεφάλι μου. « Θα μιλήσω στην Όλγα», της απάντησα. « Όχι», είπε. « Αυτό το παιδί θα το κρατήσω. Αν ζούσε, θα ήταν αλλιώς. Το σκέφτηκα πολύ.» Την κοίταξα. «Είσαι τρελή; Θα σε φάνε!». Μου κράτησε τα χέρια. « Μπορείς να με καταλάβεις; Δεν έχω τίποτα δικό του. Ούτε το δικαίωμα να πω ότι αγαπιόμασταν. Τώρα θα έχω αυτό το παιδί κι εγώ θα ξέρω πως είναι δικό του. Δεν μπορώ να το πετάξω τώρα, είναι σαν να απορρίπτω εκείνον, την αγάπη μας. Καταλαβαίνεις;» Θα φύγει, μου είπε. Σκέφτεται να πάει στην πόλη. Εκεί άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους, «θα επιβιώσω, κι εγώ κι αυτό». Μου έδειξε την κοιλιά της. « Προσπαθώ να την κρύβω για να μην με πάρει κανείς είδηση». Κατάλαβα πως κάτι φοβόταν. Δεν έκανα λάθος. «Ο Σπυράκος», είπε, «δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό στον Τάσο, για να μην γίνει φασαρία. Καιρό τώρα δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά, διαισθάνομαι πως ξέρει για μας».Ένα τσίμπημα φόβου χώθηκε μέσα μου. « Τι υποψιάζεσαι;» « Τον αισθάνομαι πίσω μου να έρπει σαν την οχιά. Ακόμη και τώρα, που όλοι λένε πως εξαφανίστηκε. Εγώ πιστεύω πως κάπου εδώ γύρω κρύβεται .Νιώθω ανεπανόρθωτα μόνη και εγκαταλειμμένη. Προχθές το βράδυ, όταν περπατούσα μες το σκοτάδι για να φτάσω στα μνήματα με τεντωμένο τ’ αυτί μου να πιάσει τον οποιοδήποτε ήχο έξω από τον ακανόνιστο ρυθμό των βημάτων μου, αντιλήφθηκα ένα συνεχή θόρυβο πίσω μου, κάτι σαν συμβάδισμα με την περπατησιά τη δική μου. Σταμάτησα απότομα και έστησα αυτί. Ο θόρυβος συνεχίστηκε για δευτερόλεπτα και μετά σταμάτησε απότομα. Προχώρησα ξανά, προσπαθώντας να ηρεμήσω το σφυροκόπημα της καρδιάς μου. Ο βηματισμός συνεχίστηκε. Σταμάτησα απότομα και σε δευτερόλεπτα σταμάτησε το ακροπάτημα πίσω μου. Τότε βεβαιώθηκα, κάποιος με παρακολουθούσε. Επιτάχυνα το βήμα και έκανα έναν μικρό κύκλο για να γυρίσω στο σπίτι μου. Δεν μπορούσα να το διακινδυνέψω να πάω στον Τάσο. Ο Αζόρ εκείνη τη νύχτα δεν έβαλε μέσα γλώσσα. Κάποιος τριγύριζε γύρω απ’ το σπίτι. Ήταν εκείνος, είμαι βέβαιη»
18/10/42 « Έχω μια αίσθηση θυμού και απόγνωσης, που δεν μπορώ να ελέγξω. Τις νύχτες, όταν η σιωπή σφιχταγκαλιάζει το χωριό, σέρνομαι κάτω απ’ τη φτελιά, κάθομαι στη μεριά που πάντα καθόμουν κρατώντας ζεστό δίπλα μου το αποτύπωμα των μηρών σου. Σε μισώ που με άφησες μόνη μου... »
19/10/42 « Προσπαθώ να σκεφτώ, μα νιώθω μέσα στο κεφάλι μου ένα δυνατό πόνο σαν να το έβαλα σε μέγγενη. Τι θα έκανες εσύ;»
25/10/42 « Το κεφάλι μου πονάει ανυπόφερτα. Είναι απόγευμα. Είμαι μόνη, η μάνα μου είναι στο σπίτι σας. Κάνει παρέα στη δική σου. Νιώθω τόσο καταβεβλημένη, που θέλω συνέχεια να κλαίω. Μου λείπεις αφόρητα. Στο ξανάπα; Μου λείπει το γέλιο σου, η αισιοδοξία σου, μου λείπει η εικόνα σου καθισμένος πάνω στη διχάλα της φτελιάς με τις πιτσιλιές του ήλιου άλλοτε ακινητοποιημένες κι άλλοτε να τρεμοπαίζουν πάνω στο πουκάμισό σου, μου λείπει η αγάπη σου, κι ας μην ήταν όπως την ήθελα. Μου λείπει η παρουσία σου. Περίμενε, έρχεται η μάνα μου. Φαίνεται αναστατωμένη…(Λίγο αργότερα) Η μάνα μπήκε κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ακούμπησε την πλάτη πάνω της. Με κοίταξε σαν χαμένη. « Τι έγινε;», ρωτώ. «Η Λέγκω έπνιξε την Πηνελόπη στη κάτω βρύση!». Στην αρχή δεν κατάλαβα. « Τι λες, βρε μάνα, τρελάθηκες;» Όχι, Τάσο, δεν είχα τρελαθεί. Η μάνα σου έπνιξε την Πηνελόπη με το σεγκοντάρισμα του χωριού. Μ’ άφησε εμβρόντητη και ξαναβγήκε. «Όλο το χωριό είναι μαζεμένο στο σπίτι της Λέγκως. Πρέπει να αποφασίσουμε τί πρέπει να κάνουμε», μου είπε. Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι, πρέπει να πάω κι εγώ.
Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008
Συνέχεια Νο 12
Ούτε για δευτερόλεπτο έμεινε άδειο το σπίτι της Λέγκως. Όλο το χωριό περνούσε καθημερινά από κει, κρατώντας πάντα κάτι για κείνη. Πότε φαγητό, πότε γάλα, πότε καφέ. Οι δυο φίλες της ανάλαβαν την περιποίηση των ανθρώπων που μπαινοβγαίνανε . Οι καφέδες μπόλικοι. Οι δουλειές του σπιτιού άρχιζαν και τέλειωναν απ’ τις γυναίκες. Οι άντρες καθάριζαν το μαντρί και περιποιούνταν τα ζώα. Ανάλαβαν ακόμα και τη σπορά των χωραφιών. Οι γυναίκες μόλις τέλειωναν με τις δουλειές του σπιτιού, έπαιρναν τα εργόχειρά τους και κάθονταν μέσα, κοντά στη Λέγκω να της κάνουν παρέα. Οι άντρες κάθονταν στα χόρτα της αυλής και κάθε τόσο έβγαζαν τις ταμπακέρες τους και έστριβαν τσιγάρο, το έβρεχαν με την γλώσσα τους και το έβαζαν στο στόμα. Σαράντα μέρες κράτησε όλος αυτός ο σαματάς στο σπίτι της Λέγκως. Η ίδια δεν ήταν εκεί, δεν ήταν στο σπίτι όπου το γέμιζαν καθημερινά τόσοι άνθρωποι. Το άδειο της σχήμα ήταν μόνο εκεί. Έτρωγε το φαγητό που της ετοιμάζανε δίχως να νιώθει τη γεύση του, ξάπλωνε στο κρεβάτι να κοιμηθεί χωρίς να αισθάνεται αν το στρώμα του είναι μαλακό ή σκληρό. Η Λέγκω απουσίαζε απ’ το δωμάτιο, απ’ το σπίτι, το γεμάτο ανθρώπους. Ύστερα απ’ το σαραντάμερο άρχισαν να αραιώνουν τις επισκέψεις οι χωριανοί, ώσπου έμειναν μόνο οι δυο φίλες της. Η Αναστασία και η Σπυριδούλα. Φοβόντουσαν να την αφήσουν τελείως μόνη, άνοιγαν διάφορες συζητήσεις με την ελπίδα να την κάνουν να ενδιαφερθεί για κάτι. Άδικος κόπος. Η Λέγκω έμενε αμέτοχη κι αδιάφορη σ’ όλες τις προσπάθειές τους. Λέξη δεν έβγαλε απ’ το στόμα της απ’ την μέρα της κηδείας. Το βλέμμα της έμενε ακίνητο για ώρες κάτω στο πάτωμα κι οι φίλες της έβλεπαν μόνο τη μύτη της να ξεπροβάλει κάτω απ’ το σφιχτοδεμένο μαύρο τσεμπέρι. Τίποτα δεν την άγγιζε. Εκείνο το θεόρατο κορμί της μάζεψε, μίκραινε κι έγινε ένα στοιβαγμένο κρέας σκεπασμένο με μαύρο ρούχο. Τα δυνατά της χέρια ξεχώριζαν μέσα από τα μανίκια της μάλλινης ζακέτας της, αδύνατα και εύθραυστα, να τινάζονται αδύναμα. Ολόκληρο το κορμί της τιναζόταν μπρος πίσω. Μια άβυσσος χρόνου τη χώριζε απ’ το όλο ζωντάνια πλάσμα που ήταν πριν το θάνατο του γιου της. Το μόνο διάλειμμα απ’ την ακινησία του κορμιού της, ήταν το περπάτημα στον κήπο, να ψάχνει χνάρια απ’ τις πατημασιές του Τάσου, που ίσως την προηγουμένη της είχαν ξεφύγει .
Ώσπου μια μέρα μες τα μουρμουρητά των δυο φιλενάδων της που μιλούσαν στην κουζίνα, άκουσε το όνομα της Πηνελόπης. Ασυναίσθητα τέντωσε την προσοχή της. «Πήγαινε στη βρύση σου λέω,»είπε η Αναστασία. «Α! την πρόστυχη, πως δεν ντράπηκε να βγει στον κόσμο;»απάντησε η άλλη. Τότε ήταν που σηκώθηκε απ’ το ντιβάνι και πήγε στην πόρτα της κουζίνας. Οι γυναίκες την κοίταξαν ξαφνιασμένες. «Τι είναι Λέγκω;»μίλησε η μία. «Ποιος πήγε στη βρύση;»ρώτησε και οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Αυτή η βρώμα», απάντησε η Αναστασία. «Πότε;» ξαναρώτησε η Λέγκω και η φωνή της ξαφνικά ακούστηκε δυνατή όπως πρώτα. «Πριν από λίγο», είπε η γυναίκα, κι εκείνη είχε βγει κιόλας απ’ την πόρτα. «Λέγκω», φώναξε η Αναστασία από πίσω της, μα αυτή δεν άκουγε τίποτα άλλο απ’ το, «πριν από λίγο». Την έβλεπαν να περπατάει μπροστά τους στητή με αποφασιστικό βήμα και θυμήθηκαν την παλιά Λέγκω με το αλογίσιο περπάτημα. Οι φίλες της φοβισμένες την ακολούθησαν, μα καμιά τους δεν μπορούσε να τη προφτάσει, έτσι, καθώς πηδούσε τα λιθάρια και τα χαντάκια του δρόμου. Όσους συναντούσαν στο δρόμο τις ακολουθούσαν, βέβαιοι πως κάτι κακό θα συνέβαινε στο τέλος αυτού του δρόμου. Από μακριά είδαν την Πηνελόπη να γεμίζει τις στάμνες της. Την είδε πρώτη η Λέγκω. Στάθηκε και την κοίταξε για λίγο, όσο για να πάρει μια ανάσα. Έφτασε κοντά της και κείνη γύρισε τρομαγμένη και την κοίταξε. Τα ρουθούνια της ανοιγόκλεισαν ανεπαίσθητα. Η έκφρασή της, έκφραση κυνηγημένου ζώου που το παγιδεύσανε. Παράτησε τη στάμνα και στάθηκε αντίκρυ της, δαρμένη απ’ τον φόβο που κυρίευσε το ανατριχιασμένο της κορμί. Τα δυο πρόσωπα αντίκρυ το ένα απ’ το άλλο. Το ένα φοβισμένο, πανικόβλητο, το άλλο αλλοιωμένο από ένα μορφασμό μιας άφωνης κραυγής που δεν την ακούς, αλλά την βλέπεις.
Η Λέγκω, αντιλήφθηκε το φόβο μέσα στα μάτια της άλλης, αλλά πίσω από το φόβο πρόσεξε και μια ψυχρή κι σχεδόν απρόσωπη κακία, κάτι σαν παλιά παρουσία μέσα τους και απόρησε πως τόσα χρόνια δεν την είχε παρατηρήσει. Τα μάτια της μίκρυναν, έγιναν μία σχισμή. Απότομα έσκυψε και πήρε μια πέτρα και την εκσφενδόνισε κατευθείαν στο κεφάλι της, έπειτα, και πριν συνέρθει η άλλη έσκυψε και πήρε αυτή φορά και με τα δυο της χέρια ότι πέτρες βρέθηκαν μπροστά της και τις έριξε κι αυτές κατευθείαν στο κεφάλι της. Η Πηνελόπη, στην προσπάθεια να γλιτώσει απ’ την μανία της, γλίστρησε πάνω στα χυμένα νερά, σκόνταψε κι έπεσε το μισό κορμί της στη μαγάρα του στάσιμου από χρόνια νερού, μέσα στην τεράστια γούρνα που είχε κάτω η βρύση. Τίποτα όμως δεν σταματούσε τη Λέγκω. Οι πέτρες έπεφταν βροχή πάνω στο κεφάλι της Πηνελόπης, χωρίς να της δώσει την ευκαιρία να τραβηχτεί απ’ την γούρνα. Το νερό κοκκίνισε απ’ το αίμα μα αυτό δεν σταμάτησε την οργή της Λέγκως. Το κεφάλι της Πηνελόπης άνοιξε και τα αίματα γέμιζαν τα μάτια της στην προσπάθειά της να το κρατήσει πάνω απ’ το νερό. Προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου για να ισορροπήσει το κορμί της που γλιστρούσε στα γλοιώδη τοιχώματα της γούρνας. «Φόνισσα, σταμάτα» φώναζε πανικόβλητη, πιασμένη στα δίκτυα της αγωνίας, καταπίνοντας νερό και αίμα μαζί. «Δεν το κάναμε εμείς. Δεν φταίμε εμείς, οι Γερμανοί….» Η φωνή της πνίγηκε, πανικοβλήθηκε για τα καλά. Η φριχτή υποψία πως εκείνα τα λόγια θα ήταν τα τελευταία της, πέρασε από το μυαλό της σαν αστραπή. Ξαφνικά, με την άκρη του ματιού της, είδε τους συγχωριανούς τους, που έστεκαν παραπέρα και τις παρακολουθούσαν κι ένιωσε την ελπίδα να φουντώνει μέσα της. «Βοήθεια!» φώναξε, μα ούτε εκείνη, τη μοναδική στιγμή τρόμου της, οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην ακτίνα της φωνής της, λες και είχαν πεθάνει, δεν την άκουγαν. Η ελπίδα πήδησε από μέσα της τρομαγμένη. «Είμαι χαμένη,» σκέφτηκε και ένιωσε τα χέρια της Λέγκως να της πιέζουν το κεφάλι. Το τεράστιο πόδι της δρασκέλισε το κορμί της, που τώρα το έσφιγγε ανάμεσα στα σκέλια της. Η Λέγκω έβλεπε το νευρώδη σώμα της να χτυπιέται ανάμεσα στα πόδια της, το πρόσωπό της να μορφάζει αγριεμένο, πανικόβλητο, η φωνή της ένα διαπεραστικό κρώξιμο και το αίμα να τρέχει ανεμπόδιστο όπου το άλικο σχημάτιζε σχέδια σαν τις νευρώσεις του μαρμάρου πάνω στο καφετί, θολό νερό της γούρνας. Χτυπιόταν πάνω στα γλινερά τοιχώματα της γούρνας, μα τα χέρια της Λέγκως πατούσαν το κεφάλι της, κρατώντας το κάτω απ’ το νερό και χαλάρωσαν μόνο όταν το κορμί ημέρεψε και σταμάτησε να χτυπιέται ανάμεσα στα πόδια της. Ξεκόλλησε από πάνω της όταν η τελευταία φυσαλίδα από την αναπνοή της ανέβηκε στην βρωμερή επιφάνεια. Κοίταξε για μια στιγμή το αίμα που έτρεχε απ’ το χτυπημένο κεφάλι της Πηνελόπης και διαλύονταν στο νερό και γίνονταν ροζ. Ύστερα έλυσε την μαντίλα της που είχε πέσει στο λαιμό της, την ξανάδεσε στο κεφάλι της, αφήνοντας τη μικρή σχισμή κοντά στη μύτη και ξεκίνησε για το σπίτι. Το κορμί της θαρρείς και ξαναπήρε την παλιά του μορφή, έγινε τεράστιο.
Ώσπου μια μέρα μες τα μουρμουρητά των δυο φιλενάδων της που μιλούσαν στην κουζίνα, άκουσε το όνομα της Πηνελόπης. Ασυναίσθητα τέντωσε την προσοχή της. «Πήγαινε στη βρύση σου λέω,»είπε η Αναστασία. «Α! την πρόστυχη, πως δεν ντράπηκε να βγει στον κόσμο;»απάντησε η άλλη. Τότε ήταν που σηκώθηκε απ’ το ντιβάνι και πήγε στην πόρτα της κουζίνας. Οι γυναίκες την κοίταξαν ξαφνιασμένες. «Τι είναι Λέγκω;»μίλησε η μία. «Ποιος πήγε στη βρύση;»ρώτησε και οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Αυτή η βρώμα», απάντησε η Αναστασία. «Πότε;» ξαναρώτησε η Λέγκω και η φωνή της ξαφνικά ακούστηκε δυνατή όπως πρώτα. «Πριν από λίγο», είπε η γυναίκα, κι εκείνη είχε βγει κιόλας απ’ την πόρτα. «Λέγκω», φώναξε η Αναστασία από πίσω της, μα αυτή δεν άκουγε τίποτα άλλο απ’ το, «πριν από λίγο». Την έβλεπαν να περπατάει μπροστά τους στητή με αποφασιστικό βήμα και θυμήθηκαν την παλιά Λέγκω με το αλογίσιο περπάτημα. Οι φίλες της φοβισμένες την ακολούθησαν, μα καμιά τους δεν μπορούσε να τη προφτάσει, έτσι, καθώς πηδούσε τα λιθάρια και τα χαντάκια του δρόμου. Όσους συναντούσαν στο δρόμο τις ακολουθούσαν, βέβαιοι πως κάτι κακό θα συνέβαινε στο τέλος αυτού του δρόμου. Από μακριά είδαν την Πηνελόπη να γεμίζει τις στάμνες της. Την είδε πρώτη η Λέγκω. Στάθηκε και την κοίταξε για λίγο, όσο για να πάρει μια ανάσα. Έφτασε κοντά της και κείνη γύρισε τρομαγμένη και την κοίταξε. Τα ρουθούνια της ανοιγόκλεισαν ανεπαίσθητα. Η έκφρασή της, έκφραση κυνηγημένου ζώου που το παγιδεύσανε. Παράτησε τη στάμνα και στάθηκε αντίκρυ της, δαρμένη απ’ τον φόβο που κυρίευσε το ανατριχιασμένο της κορμί. Τα δυο πρόσωπα αντίκρυ το ένα απ’ το άλλο. Το ένα φοβισμένο, πανικόβλητο, το άλλο αλλοιωμένο από ένα μορφασμό μιας άφωνης κραυγής που δεν την ακούς, αλλά την βλέπεις.
Η Λέγκω, αντιλήφθηκε το φόβο μέσα στα μάτια της άλλης, αλλά πίσω από το φόβο πρόσεξε και μια ψυχρή κι σχεδόν απρόσωπη κακία, κάτι σαν παλιά παρουσία μέσα τους και απόρησε πως τόσα χρόνια δεν την είχε παρατηρήσει. Τα μάτια της μίκρυναν, έγιναν μία σχισμή. Απότομα έσκυψε και πήρε μια πέτρα και την εκσφενδόνισε κατευθείαν στο κεφάλι της, έπειτα, και πριν συνέρθει η άλλη έσκυψε και πήρε αυτή φορά και με τα δυο της χέρια ότι πέτρες βρέθηκαν μπροστά της και τις έριξε κι αυτές κατευθείαν στο κεφάλι της. Η Πηνελόπη, στην προσπάθεια να γλιτώσει απ’ την μανία της, γλίστρησε πάνω στα χυμένα νερά, σκόνταψε κι έπεσε το μισό κορμί της στη μαγάρα του στάσιμου από χρόνια νερού, μέσα στην τεράστια γούρνα που είχε κάτω η βρύση. Τίποτα όμως δεν σταματούσε τη Λέγκω. Οι πέτρες έπεφταν βροχή πάνω στο κεφάλι της Πηνελόπης, χωρίς να της δώσει την ευκαιρία να τραβηχτεί απ’ την γούρνα. Το νερό κοκκίνισε απ’ το αίμα μα αυτό δεν σταμάτησε την οργή της Λέγκως. Το κεφάλι της Πηνελόπης άνοιξε και τα αίματα γέμιζαν τα μάτια της στην προσπάθειά της να το κρατήσει πάνω απ’ το νερό. Προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου για να ισορροπήσει το κορμί της που γλιστρούσε στα γλοιώδη τοιχώματα της γούρνας. «Φόνισσα, σταμάτα» φώναζε πανικόβλητη, πιασμένη στα δίκτυα της αγωνίας, καταπίνοντας νερό και αίμα μαζί. «Δεν το κάναμε εμείς. Δεν φταίμε εμείς, οι Γερμανοί….» Η φωνή της πνίγηκε, πανικοβλήθηκε για τα καλά. Η φριχτή υποψία πως εκείνα τα λόγια θα ήταν τα τελευταία της, πέρασε από το μυαλό της σαν αστραπή. Ξαφνικά, με την άκρη του ματιού της, είδε τους συγχωριανούς τους, που έστεκαν παραπέρα και τις παρακολουθούσαν κι ένιωσε την ελπίδα να φουντώνει μέσα της. «Βοήθεια!» φώναξε, μα ούτε εκείνη, τη μοναδική στιγμή τρόμου της, οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην ακτίνα της φωνής της, λες και είχαν πεθάνει, δεν την άκουγαν. Η ελπίδα πήδησε από μέσα της τρομαγμένη. «Είμαι χαμένη,» σκέφτηκε και ένιωσε τα χέρια της Λέγκως να της πιέζουν το κεφάλι. Το τεράστιο πόδι της δρασκέλισε το κορμί της, που τώρα το έσφιγγε ανάμεσα στα σκέλια της. Η Λέγκω έβλεπε το νευρώδη σώμα της να χτυπιέται ανάμεσα στα πόδια της, το πρόσωπό της να μορφάζει αγριεμένο, πανικόβλητο, η φωνή της ένα διαπεραστικό κρώξιμο και το αίμα να τρέχει ανεμπόδιστο όπου το άλικο σχημάτιζε σχέδια σαν τις νευρώσεις του μαρμάρου πάνω στο καφετί, θολό νερό της γούρνας. Χτυπιόταν πάνω στα γλινερά τοιχώματα της γούρνας, μα τα χέρια της Λέγκως πατούσαν το κεφάλι της, κρατώντας το κάτω απ’ το νερό και χαλάρωσαν μόνο όταν το κορμί ημέρεψε και σταμάτησε να χτυπιέται ανάμεσα στα πόδια της. Ξεκόλλησε από πάνω της όταν η τελευταία φυσαλίδα από την αναπνοή της ανέβηκε στην βρωμερή επιφάνεια. Κοίταξε για μια στιγμή το αίμα που έτρεχε απ’ το χτυπημένο κεφάλι της Πηνελόπης και διαλύονταν στο νερό και γίνονταν ροζ. Ύστερα έλυσε την μαντίλα της που είχε πέσει στο λαιμό της, την ξανάδεσε στο κεφάλι της, αφήνοντας τη μικρή σχισμή κοντά στη μύτη και ξεκίνησε για το σπίτι. Το κορμί της θαρρείς και ξαναπήρε την παλιά του μορφή, έγινε τεράστιο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)